Σημειώσεις Παραρτήματος 04

Σημειώσεις κειμένου Δούκα

[←1]

Οι επικεφαλής των λαϊκών παρατάξεων, δημοκρατοῦντες στο κείμενο, ήσαν οι ηγέτες των φατριών τού ιπποδρόμου, που ασκούσαν πολιτική επιρροή. Ὀταν οι δημοκρατοῦντες έχασαν την πολιτική σημασία τους από τον 9ο αιώνα, επικεφαλής των λαϊκών έγιναν χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, που έπαιζαν καθαρά εθιμοτυπικούς ρόλους στην αυλή, όπως να επευφημούν τον αυτοκράτορα. Ο Δούκας κάνει σαφή διάκριση μεταξύ τής αριστοκρατίας και τού λαού στη βυζαντινή κοινωνία.

[←2]

[Δούκας 13.1] Ἐπεὶ δὲ ὁ Παγιαζὴτ τὰς πολυαρχίας πάσας ἐξῆρεν ἐκ προσώπου τῆς Ἀσιάτιδος γῆς, καὶ Βιθυνίας καὶ Φρυγίας, Μυσίας λέγω καὶ Καρίας, καὶ μονάρχης ἐγένετο, τότε κατὰ τῆς πόλεως καὶ τὸν νοῦν καὶ τὸν ὀφθαλμὸν ἔστησε· καὶ κατὰ μὲν τὸ πρῶτον πέμψας ἀποκρισιαρίους εἰς βασιλέα ᾐτήσατο φόρους διδόναι καὶ ἐν ἐξπεδίτῳ ἕνα τῶν υἱῶν αὐτοῦ πέμπειν σὺν στρατιώταις ρ’. Ὁ δὲ βασιλεὺς μὴ ἔχων βοήθειαν ἔκ τινος τῶν ρηγάδων ἤ τῶν ἀριστοκρατούντων ἤ τῶν δημοκρατούντων, εἰς τοῦτο κατένευσεν καὶ μίαν καὶ δευτέραν ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ σὺν ἑκατὸν στρατιώταις ὁπλίταις Ῥωμαίοις ἐπέμφθη παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ἰωάννου τοῦ βασιλέως εἰς ὑπουργίαν συστρατεύων τῷ Παγιαζήτ, ὅτε πρὸς Παμφυλίαν κατὰ Τούρκων ἐχώρει.

[←3]

[Δούκας 13.2] Τὴν δὲ σιτοπομπίαν ἐκώλυσε τὴν κατ’ ἔτος λαμβανομένην ἐξ Ἀσίας εἰς τὰς νήσους, Λέσβον λέγω, Χίον, Λῆμνον, Ῥόδον καὶ τὰς ἑξῆς. Καὶ δὴ στόλον ἑτοιμάσας πέμπει ἐν Χίῳ μακρὰς νήας ἑξήκοντα καὶ πυρὶ τὴν πόλιν ἐμπιπρᾷ καὶ τὰς πέριξ κώμας ἀφανίζει καὶ τὰς Κυκλάδας νήσους καὶ τὴν Εὔβοιαν καὶ τὰ τῶν Ἀθηνῶν μέρη.

[←4]

[Δούκας 13.3] Ὁ δὲ βασιλεὺς ὁρῶν τοῦ τυράννου τὸ ἀποκάλυπτον καὶ αὔθαδες, ἤρξατο κτίζειν εἰς ἕν μέρος τῆς πόλεως τὸ λεγόμενον χρυσείαν πύλην, κατασκευάσας πύργους δύο ἐν τῷ θατέρῳ τῶν μερῶν τῆς πύλης λευκῷ μαρμάρῳ συνηρμοσμένῳ, οἰκοδομήσας αὐτοὺς οὐ διὰ λιθοξόων οὐδὲ διὰ οἰκείων ἀναλωμάτων, ἀλλὰ δι’ ἑτέρων ἀναθημάτων καλλίστων, κατεάξας τὸν ναὸν ἐπ’ ὀνόματι πάντων τῶν ἁγίων κτισθέντα παρὰ κυρίου Λέοντος τοῦ σοφοῦ καὶ μεγάλου βασιλέως, καὶ τοῦ ναοῦ τῶν ἁγίων τεσσαράκοντα καλῶς οἰκοδομηθέντα καὶ αὐτὸν παρὰ τοῦ βασιλέως Μαυρικίου, καὶ τὰ περιλειπόμενα τοῦ ναοῦ τοῦ ἁγίου Μωκίου, ὅν ἀνήγειρεν ὁ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ἐχώρησεν οὖν μέρος τῆς πόλεως ἀπὸ τῆς χρυσείας πύλης ἕως τοῦ αἰγιαλοῦ τοῦ πρὸς μεσημβρίαν κατασκευάσας, καὶ ὁρμητήριον ἔχων αὐτὸ πρὸς καταφυγὴν ἐν καιρῷ.

[←5]

Ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος πέθανε σε ηλικία εξήντα ετών την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 1391. Ήταν προκαθήμενος ενός κράτους, το οποίο υποβαθμιζόταν από μεγάλη δύναμη κατά την άνοδό του στον θρόνο, σε άθλιο και μειωμένο θραύσμα στο χείλος τής διάλυσης.

[←6]

[Δούκας 13.4] Ἀπαρτισθέντος οὖν τοῦ πολιχνίου ὁ Παγιαζὴτ ἠβουλήθη ἐκστρατεῦσαι κατὰ Τούρκων κειμένων ἐν τοῖς μέρεσι τοῖς κατὰ Πέργην τῆς Παμφυλίας, καὶ δὴ καλέσας τὸν βασιλέα πέμπει τὸ σύνηθες τὸν υἱὸν καὶ βασιλέα Μανουὴλ σὺν τοῖς ἑκατὸν στρατιώταις. Καὶ μετὰ τὴν ἐπάνοδον μηνύει τῷ βασιλεῖ Ἰωάννῃ ἐν τῇ Προύσῃ ὄντος τοῦ Μανουήλ, ἤ τὸ τῆς χρυσείας πολίχνιον, ὅ ἀνήγειρεν ἐκ νέου, χαλάσαι καὶ ἐρείπιον ἀφεῖναι, ἤ τὰς τοῦ Μανουὴλ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ κόρας ἐξορύξας ταχέως εἰς αὐτὸν πέμπει τετυφλωμένον. Ὁ οὖν βασιλεὺς Ἰωάννης ὁρῶν τὴν τοσαύτην δυναστείαν καὶ μὴ ἔχων ὅτι δράσει (ἦν γὰρ κατάκοιτος καὶ ἀλγῶν τοὺς πόδας, ἡμιθανὴς ὡς εἰπεῖν ὑπὸ πολλῆς ἀδδηφαγίας καὶ πολυποσίας καὶ τῶν ἡδυπαθιῶν, μὴ ἔχων ἕτερον ἀντὶ τοῦ Μανουὴλ στέψαι καὶ καταλιπεῖν βασιλέα) βάλλει τὸ φρούριον κάτω, καὶ μηνύει τῷ τυράννῳ δι’ ἐναργῶν ἀποδείξεων ὅτι τὸ κελευσθὲν πέρας εἴληφεν. Ὁ δὲ βασιλεὺς ἀκούσας τὸ πικρὸν καὶ ἀπαίσιον μήνυμα ἔτι ὄντος ἐν ὀδύναις σωμάτων ἀπέδωκε τὸ χρεών.

[←7]

Ο Μανουήλ μπήκε στην πρωτεύουσα στις 8 Μαρτίου 1391. Είχε κερδίσει τον αγώνα απέναντι στον ανιψιό του, τον Ιωάννη Ζ’, γιο τού Ανδρόνικου Δ’. Ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος ήταν σαρανταενός ετών.

[←8]

[Δούκας 13.5] Ὁ δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ μαθὼν τὸν θάνατον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ διὰ νυκτὸς φυγὰς ὤχετο καὶ δὴ καταλαβὼν τὴν Πόλιν καὶ τὸ πένθος τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ὡς ἔθος πληρώσας, ἐκάθητο μεριμνῶν περὶ τοῦ τυράννου, τὶ ἄρα βούλεται κατ’ αὐτοῦ καὶ κατὰ τῆς Πόλεως. Ὁ δὲ τύραννος μαθὼν τὸν θάνατον τοῦ βασιλέως καὶ τὴν φυγὴν τοῦ Μανουήλ, ἠνιᾶτο καὶ δυσχέραινε καὶ κατὰ τῶν οἰκείων ἐμαίνετο, πῶς διέδρα καὶ οὐδεὶς αὐτὸν ἔγνω. Ἠβούλετο γὰρ θανατῶσαι αὐτόν, εἰ ἐν χερσὶν ἔτυχεν ὤν. Τότε στέλλει πρὸς τὸν βασιλέα Μανουὴλ ἀποκρισιαρίους ζητῶν ὅτι βούλεται τοῦ εἶναι καὶ διαμένειν ἐντὸς τῆς πόλεως ἕνα τῶν αὐτοῦ κριτῶν καὶ νομιμαρίων, ὅν αὐτοὶ καλοῦσι καδὶν, οὐκ εἶναι δίκαιον λέγων τοὺς μουσουλμάνους ἐν ἐμπορίαις ἀσχολουμένους καὶ ἐν τῇ Κωνσταντίνου ἀπερχομένους διὰ τινων ὑποθέσεων καὶ ἀμφιβολιῶν παρίστασθαι τοὺς μουσουλμάνους ἐν κριτηρίῳ καβουρίδων, ἀλλὰ τὸν μουσουλμάνον δεῖ μουσουλμάνον κρῖναι, καὶ ἕτερα παραπλήσια γέμοντα φόρτους αδικίας καὶ συκοφαντίας, τέλος

«εἰ οὐ βούλει ποιῆσαι καὶ δοῦναι ὅσα σοι προστάττω, κλεῖσον τὰς θύρας τῆς πόλεως, καὶ βασίλευε ἐν μέσῳ αὐτῆς˙ τὰ δὲ ἐκτὸς αὐτῆς ἐμὰ πάντα εἰσὶν».

[←9]

Ο ισχυρισμός τού Δούκα ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη στις αρχές τής δεκαετίας τού 1390 δεν είναι γενικά αποδεκτός από τούς σύγχρονους ιστορικούς. Είναι γνωστό ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη στις 9 Απριλίου 1387, όταν η πόλη υποτάχθηκε χωρίς αιματοχυσία. Έχει επίσης προταθεί ότι το 1394 καθώς και το 1391 είναι η χρονολογία για την ανάκτηση τής Θεσσαλονίκης από τον Βαγιαζήτ. Όμως καμία χρονολογία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί με βεβαιότητα. Ωστόσο, ο Δούκας φαίνεται να είναι απολύτως συνεπής αν αποδώσουμε τις τουρκικές κατακτήσεις στα έτη 1394-1395.

[←10]

Ο Εβρενός Μπεγκ, ένας γαζής (ιερός πολεμιστής) στρατηγός υπό τον Μουράτ Β’, κυβερνούσε εδάφη στη δυτική Θράκη και τη Μακεδονία ως μπέης των Συνόρων. Ο γιος του ηγήθηκε εκστρατειών στην Αλβανία και την Ελλάδα, διεισδύοντας στην Πελοπόννησο. Το 1393 ο Εβρενός Μπεγκ ηγήθηκε τής εισβολής στη Θεσσαλία. Ωστόσο το 1364-1365 ο Εβρενός Μπεγκ πήρε την Κομοτηνή (Γκουμουλτσίνα) και στη συνέχεια κινήθηκε στη Μακεδονία. Οι Σέρρες έπεσαν στους Τούρκους το 1383, η Βέροια το 1385-1386, το Μοναστήρι (Μπίτολα) το 1382-1383, η Χριστούπολη (Καβάλα) το 1387, το Κίτρος το 1386, ενώ το 1387 η Θεσσαλονίκη συνθηκολόγησε εθελοντικά ύστερα από τέσσερα χρόνια πολιορκίας. Η Πελοπόννησος λεηλατήθηκε διαδοχικά το 1380 (;), το 1387, το 1388 και το 1396. Η Αθήνα συνθηκολόγησε το 1397 και καταλήφθηκε προσωρινά. Τα στρατεύματα τού Εβρενός Μπεγκ κατέστρεψαν την Πελοπόννησο το 1400. Τον Ιούνιο τού 1422 ο Μπιράκ Μπεγκ, γιος τού Εβρενός, κύκλωσε τη Θεσσαλονίκη. Ο Εβρενός, τού οποίου οι ιδιοκτησίες εκτείνονταν από τις εύφορες πεδιάδες τής Μακεδονίας μέχρι τούς πρόποδες τού όρους Βέρμιο, θάφτηκε στο Γενί Βαρντάρ (Γιαννιτσά).

[←11]

Το 1395 τα Τρίκαλα, πρωτεύουσα μιας Ελληνο-Σερβικής ηγεμονίας, έπεσαν και έγιναν η έδρα τού Τουραχάν Μπεγκ, τού πρώτου πασά τής Θεσσαλίας. Ο Τουραχάν Μπεγκ απαλλοτρίωσε εκτεταμένες ιδιοκτησἰες στη Θεσσαλία και εργάστηκε για να επιτύχει οικονομική σταθερότητα στην επαρχία του, τόσο στα αστικά όσο και στα αγροτικά κέντρα. Υπήρξε μεγάλος δημόσιος ευεργέτης, που προίκισε τα Τρίκαλα, το Γενίσεχιρ (Λάρισα), την Τσατάλτζα (Φάρσαλα) και πολλά χωριά με πτωχοκομεία, γέφυρες, λουτρά, παζάρια, σχολεία, τζαμιά, μοναστήρια και σπουδαστήρια. Εισήγαγε την τέχνη τής βαφής και ανέπτυξε τις υπάρχουσες βιομηχανίες μεταξιού, βαμβακιού και μαλλιού τής Θεσσαλίας. Ίσως επίσης είχε εισαγάγει κίτρινα μούρα, ριζάρι και το φυτό κάλι για την παραγωγή ποτάσας.

Το 1452 ο Τουραχάν Μπεγκ εισέβαλε στην Πελοπόννησο μέχρι τον Κόλπο τής Μεσσηνίας φέρνοντας απελπισία στον Θωμά και τον Δημήτριο Παλαιολόγο. Επέλεξαν να παραμείνουν υποτελείς τού σουλτάνου. Ο Τουραχάν Μπεγκ είχε πραγματοποιήσει διαδοχικές εισβολές στη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο κατά τη διάρκεια των ετών 1423, 1431, 1446 και 1452, προκαλώντας εκτεταμένη καταστροφή και σφαγή.

[←12]

[Δούκας 13.6] Τότε ὁ τύραννος περάσας ἀπό Βιθυνίας εἰς Θρᾴκην πάντα τὰ τῆς πόλεως ἄστη κατέσκαψεν καὶ τοὺς οἰκοῦντας μετοίκησεν ἀπό Πάνιδος ἄχρις αὐτῆς Πόλεως. Εἶλε καὶ Θεσσαλονίκην καὶ τὰ μετὰ τὴν Θεσσαλονίκην χωρία· εἰς Πελοπόννησον δὲ πέμπει Ἀβρανέζην ἀρχηγὸν καὶ λεηλατεῖ πᾱσαν Λακεδαιμονίαν καὶ Ἀχαΐαν. Ἐν δὲ ταῖς πόλεσι ταῖς πρὸς Εὔξεινον Πόντον κειμέναις πέμπει Τουραχάνην καὶ ἐρημίᾳ ἐρήμωσεν αὐτάς· καὶ ἀπλῶς εἰπεῖν τὰ πάντα ἠφανίσθη καὶ γεγόνασιν ἄοικα.

[←13]

Αυτή η πολιορκία ξεκίνησε πιθανώς την άνοιξη ή το καλοκαίρι τού 1394 και διήρκεσε περίπου οκτώ χρόνια (1402).

[←14]

[Δούκας 13.7] Ἡ δὲ πόλις οὐκ εἶχεν οὔτε τὸν θερίζοντα οὔτε τὸν ἁλοῶντα, ἀλλὰ τῷ μεγέθει τοῦ λιμοῦ ἐστενοχωρεῖτο καὶ ἀπεβάλλετο τὴν ψυχὴν. Οὐ γὰρ ἐπολέμει ταύτην ὁ τύραννος, οὐδὲ ῥιψεπάλξεις οὐδὲ τειχεπάλξεις οὐδʹ ἀκροβολισμοὺς οὐδʹ ἄλλο τι τῶν μηχανικῶν ἀνεπήγαγεν, ἀλλὰ μόνον ἀνθρώπους ὑπὲρ μυρίους καθημένους κύκλῳ μακρόθεν καὶ προσέχοντας τὰς διεξόδους τοῦ μὴ ἐξέρχεσθαι ἢ εἰσέρχεσθαί τι ἐν αὐτῇ. Ἐγένετο οὖν λιμὸς ἰσχυρὸς ἔνδον τῆς Πόλεως ἀπό τε σίτου, οἴνου, ἐλαίου καὶ ἑτέρων εἰδῶν. Πρὸς δὲ χρείαν ἄρτου καὶ πάσης ἄλλης κατασκευῆς, ἣν ὑπουργοῦσι μαγείρων παῖδες, ἐνδείας οὔσης ξύλων, κατέῤῥιπτον τοὺς ἐξαισίους οἴκους καὶ τὰς δοκοὺς κατέκαιον.

[←15]

Ο πάπας Boνιφάτιος Θ’ (1389-1404), ο βασιλιάς Κάρολος ΣΤ’ (1380-1422) τής Γαλλίας και ο βασιλιάς Σίγκσμουντ (1387-1437) τής Ουγγαρίας, ο οποίος αργότερα έγινε αυτοκράτορας τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (1410-1437).

[←16]

Ο Ιωάννης, κόμης τής Νεβέρ. Ο Δούκας τον αναφέρει πιο κάτω ως «δούκα τής Φλάνδρας και Βουργουνδίας», αλλά έγινε δούκας τής Βουργουνδίας μόνο μετά τη σταυροφορία τής Νικόπολης και την επακόλουθη απελευθέρωσή του από την τουρκική αιχμαλωσία.

[←17]

Στο κείμενο «πρὸς τὰς ἐπιτολὰς τοῦ κυνὸς». Πρόκειται για το αστέρι Σείριος στον αστερισμό του Μεγάλου Κυνός, η ανύψωση τού οποίου σηματοδοτούσε τον αποπνικτικό καιρό τού καλοκαιριού. Βλέπε Ιπποκράτης, Περί Αέρων, Υδάτων, Τόπων 11: Δεῖ δὲ καὶ τῶν ἄστρων τὰς ἐπιτολὰς φυλάσσεσθαι καὶ μάλιστα τοῦ κυνός, ἔπειτα ἀρκτούρου, καὶ ἔτι πληϊάδων δύσιν. Τά τε γὰρ νοσεύματα μάλιστα ἐν ταύτῃσι τῇσιν ἡμέρῃσιν κρίνεται. Καὶ τὰ μὲν ἀποφθίνει, τὰ δὲ λήγει, τὰ δὲ ἄλλα πάντα μεθίσταται ἐς ἕτερον εἶδος καὶ ἑτέρην κατάστασιν. (Πρέπει επίσης κανείς να φυλάγεται από την άνοδο των άστρων, ιδιαἰτερα από το άστρο τού Κυνός, ύστερα τού Αρκτούρου και στη συνέχεια από τη θέση των Πλειάδων. Γιατί οι ασθένειες μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα κρίσιμες εκείνες τις ημέρες. Και μερικές αποδεικνύονται θανατηφόρες, μερικές περνούν, ενώ όλες οι άλλες αλλάζουν σε άλλη μορφή και άλλη κατάσταση).

[←18]

Δηλαδή ο αυτοκράτορας τής Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

[←19]

[Δούκας 13.8] Ὁ δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ ἀπορήσας καὶ μηδεμίαν βοήθειαν οὖσαν ἐξ ἅπαντος γράφει πρὸς πάπαν, πρὸς τὸν ρήγα Φραγγίας, πρὸς τὸν κράλην Οὐγγρίας, μηνύων τὸν ἀποκλεισμὸν καὶ τὴν στενοχωρίαν τῆς πόλεως. Καὶ εἰ μὴ τάχος φθάσει ἀρωγή τις καὶ βοήθεια, παραδίδοται εἰς χείρας ἐχθρῶν τῆς τῶν χριστιανῶν πίστεως. Καμφθέντες οὖν ἐπὶ τούτοις τοῖς λόγοις οἱ τῶν ἑσπερίων ἀρχηγοὶ καὶ πρὸς ἀντιπαράταξιν τῶν ἐχθρῶν τοῦ σταυροῦ καθοπλίσαντες ἑαυτοὺς, ἤλθοσαν εἰς Οὐγγρίαν ἔαρος ἀρξαμένου ὅ τε ῥὴξ Φλάνδρας καὶ ἐκ τῶν Ἰγγλήνων πλεῖστοι καὶ τῆς Φραγγίας οἱ μεγιστᾶνες καὶ ἐκ τῶν Ἰταλῶν οὐκ ὀλίγοι. Καὶ δὴ πρὸς τὰς ἐπιτολὰς τοῦ κυνὸς ἔπηξαν τὰς σκηνὰς παρὰ τὰς ὄχθας τοῦ Δανούβεως, ἔχοντες μετ’ αὐτῶν τὸν κράλην Οὐγγρίας Σιγισμοῦνδον, ὅς καὶ βασιλεὺς τῶν Ῥωμαίων ὑπῆρχε τε καὶ ἐλέγετο. Καὶ δὴ περάσαντες τὴν περαίαν ἐν Νικοπόλει καὶ καλῶς ἑτοιμασθέντες κατὰ τοῦ Παγιαζὴτ ὡπλίζοντο. Ὁ δὲ Παγιαζὴτ πρὸ ἱκανὰς ἡμέρας μαθὼν τὴν ἄθροισιν τῶν γενῶν τῶν ἀπὸ ἑσπερίων, καὶ συναθροίσας καὶ αὐτὸς ἅπαντα τὸν στρατὸν αὐτοῦ ἀνατολῆς τε καὶ δύσεως, καὶ αὐτοὺς τοὺς φυλάσσοντας τὴν πόλιν, κατὰ πρόσωπον ἤλαυνε. Καὶ περάσας τὴν Φιλίππου καὶ τὰ ὄρη τὰ ὑπερμεγέθη καὶ ἐν τοῖς λιβᾶσι καταντήσας τοῖς πρὸς Σοφίαν, ἐκεῖ αὐτοὺς ἀπεκδέχετο. Τῇ ἐπιούσῃ τοίνυν ἐμφανείς γενόμενοι οἱ χριστιανοὶ καὶ κατὰ σειρὰν παραστάντες, συνασπισμὸν ποιησάμενοι πρῶτον τὸ μέσον διέρρηξαν τῆς τῶν πολεμίων φάλαγγος, λίαν εὐρώστως ἀγωνιζόμενοι καὶ κατακόπτοντες τοὺς ἀνθισταμένους, ἕως διήλασαν καὶ ἐς αὐτὴν τὴν τῶν πολεμίων οὐραγίαν. Καὶ συστρέψαντες αὖθις πάντ’ ἔδρων τὰ κράτιστα, ὡς ἀπράκτους ἤδη φαίνεσθαι τοὺς τῶν Τούρκων σφενδονήτας τε καὶ τοξότας. Ὡς δὲ οἱ τῆς Φλάνδρας εἶδον τὸν πόλεμον δεξιῶς πρὸς τοὺς Τούρκους ἀντικαθιστάμενον καί, τὰ πρὸς φυγήν, ὁρμώμενοι, καὶ αὐτοὶ χύδην ὄπισθεν ἔτρεχον καὶ τὰς παρεμβολὰς τῶν Τούρκων διαβάντες καὶ αἱματόφυρτα τὰ τέλματα τοῦ πεδίου ἐργασάμενοι εἰς τὰς αὐτῶν παρεμβολὰς ὑπέστρεφον.

[←20]

Ο όρος σημαίνει την κυβέρνηση ή την αυλή τού οθωμανικού κράτους.

[←21]

Περίπου 100.000 δυτικοί στρατιώτες συμμετείχαν στη Σταυροφορία τής Νικόπολης. Τη Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 1396 ο χριστιανικός στρατός συνετρίβη. Ο βασιλιάς Σίγκσμουντ και ο Φιλμπέρ ντε Ναιγιάκ, μεγάλος μάγιστρος των Ιωαννιτών, διέφυγαν.

[←22]

[Δούκας 13.9] Οἱ δὲ Τοῦρκοι σὺν τῷ ἀρχηγῷ Παγιαζήτ, οἵτινες Πόρτα καλεῖται οἷον θύρα τοῦ παλατίου τῆς αὐλῆς, ὄντες ἀργυρώνητοι πάντες καὶ ἐκ διαφόρων γενῶν τῶν ἀπαριθμουμένων ἐν χριστιανοῖς, ὑπὲρ μυρίους ὄντας καὶ ἐν λόχμῃ τινὶ κεκρυμμένους διὰ τὸ ἀνύποπτον, συμφρονήσαντες αὐτοβοεί τε κατὰ τῶν Φράγκων καὶ τῶν Οὔγγρων ὁρμήσαντες καὶ κατὰ κύκλον περιελθόντες καὶ συμμίξαντες, τοὺς μὲν ἔργον ἀπέφαινον ξίφους, τοὺς δὲ φυγάδας ἐποίουν. Στραφέντες δὲ οἱ τῶν Φρανδάλων καὶ ἰδόντες τὴν τροπὴν τῶν Οὔγγρων καὶ τοὺς Τούρκους ἀλαλάζοντας καὶ εἰς ἀέρα φωνὰς πέμποντας καὶ κατόπιν τρέχοντας, ἐξαίφνης ἄλλοι σὺν βοῆ ταραχώδει καὶ σαλπίγγων ἠχῇ ἐπεισπεσόντες τοῖς Φράγγοις, τοὺς μὲν ἐδίωξαν, ἄλλους δὲ ἔβαλον κάτω τῶν ἵππων καὶ τοὺς ἑτέρους τοὺς ἀνθισταμένους κατέσφαξαν, καταδιώξαντες τοὺς λοιποὺς ἄχρι Δανούβεως, ὧν οἱ πλεῖστοι ἐν τῷ ποταμῷ ἔρριψαν ἑαυτοὺς καὶ ἀπεπνίγησαν. Ἐζώγρησαν οὖν ζῶντας μεγιστάνας, τὸν δοῦκα τῶν Φρανδάλων καὶ Μπεργονίας καὶ ἑτέρους Φραντζέζιδας καὶ ὑψηλοτάτους μπαρούνιδας, οὕς πέμψας ἐν τῇ Προύσῃ ἀπέκλεισεν καὶ διὰ πολλῶν χρημάτων ἀπεμπόλησεν, δόντες ἐγγυητὴν τὸν αὐθέντην Μιτυλήνης καὶ υἱὸν τοῦ προρρηθέντος Φραντζήσκου τοῦ Γατελούζου.

[←23]

[Δούκας 14.1] Φυσιωθεὶς οὖν ἐν τῷ τοιούτῳ εὐτυχήματι καὶ λίαν ἐπαρθεὶς πέμπει πρὸς τὸν βασιλέα Μανουὴλ ἀποκρισιαρίους, ζητῶν τὴν πόλιν αὐτὸς δὲ οὐδ’ ἀπόκρισιν ἔδωκεν. Οἱ δὲ πλεῖστοι τῆς πόλεως βιαζόμενοι ὑπὸ τοῦ λιμοῦ, συνεθλίβοντο μὲν καὶ δώσειν προαιροῦντο τὴν πόλιν. Ἀλλ’ ὑπομιμνήσκοντες τὰ πραχθέντα ἐν τῇ Ἀσίᾳ παρὰ τῶν Τούρκων, τὴν φθορὰν τῶν πόλεων, τὴν ἐρήμωσιν τῶν ἱερὼν τεμενῶν, τοὺς καθ’ ἑκάστην ὥραν πειρασμοὺς καὶ συκοφαντίας τοῦ ἐξομόσασθαι τὴν εὐσέβειαν, ὀπισθόρμως τὸν νοῦν ἤλαυνον λέγοντες·

«Μή ἀποκάμωμεν· θήσωμεν εἰς Θεὸν τὰς ἐλπίδας ἡμῶν· ἔτι μικρὸν ὑπομείνωμεν καὶ τίς οἶδεν, εἰ ἄρα ὁ Θεὸς παριδὼν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, ὥς ποτε τοὺς Νινευΐτας ἐλεήσει καὶ σώσει ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ θηρίου τούτου.»

Ὁ δὲ τύραννος ὅσον ἔβλεπε τοὺς Πολίτας άνθισταμένους καὶ μὴ ἐνδόντας τοῖς αὐτοῦ θελήμασιν, τοσοῦτον ἠγρίαινε καὶ ἐθυμοῦτο κατὰ τῆς πόλεως.

[←24]

Ο Ανδρόνικος Δ’ Παλαιολόγος πέθανε την Τετάρτη 28 Ιουνίου 1385 σε ηλικία τριάντα επτά ετών.

[←25]

[Δούκας 14.2] Τί δὲ συνέβη; Ὁ πρὸ μικροῦ λαληθεὶς Ἀνδρόνικος καὶ ἀδελφὸς τοῦ βασιλέως Μανουὴλ ἦν τεθνηκὼς ἐν Σηλυβρίᾳ, Ὁ δὲ μείραξ Ἰωάννης, ὁ υἱὸς αὐτοῦ, ἀνδρωθεὶς καὶ τὸν τόπον ἐπέχων τὸν πατρικόν, ἐζητεῖτο παρὰ τοῦ Παγιαζὴτ Σηλυβρία. Ὁ δὲ οὐκ ἠνέσχετο, λέγων καὶ διηγούμενος τὴν ἀδικίαν, ἥν ἔπαθεν παρὰ τοῦ πάππου αὐτοῦ, αὐτὸς καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. Καὶ ἀνέκειτο εἰς αὐτοὺς τὸ βασίλειον, ὁ δὲ ἀδικήσας αὐτοὺς ἔδωκε τὴν βασιλείαν τῷ δευτέρῳ υἱῷ

«καὶ τὸν ἐμὸν πατέρα τὸ πολίχνιον τοῦτο, ὡς ὁρᾷς· εἰ δὲ καὶ σὺ τοῦτο λάβεις, ὑπερηδίκημαι.»

Τότε ὁ Παγιαζὴτ χώραν εὑρῶν, ἄλλην ἐτράπη· ζητῶν γὰρ ἔκτοτε τὴν Κωνσταντίνου, καὶ τὸ τοῦ Ἰωάννου, τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Μανουήλ, ὄνομα οὐκ ἔλειπε λέγων·

«Ἔξελθε, σὺ Μανουήλ, ἐκ τῆς Πόλεως· εἰσαχθήτω ὁ Ἰωάννης ὡς φύσει κληρονόμος τῆς βασιλείας καὶ ἐγὼ παντοίαν γαλήνην ἕξω καὶ εἰρηναίαν κατάστασιν σὺν τοῖς Πολίταις.»

[←26]

Ο Δούκας έχει μπερδέψει τον σφετερισμό του Ιωάννη Ζ’ μεταξύ Απριλίου και Σεπτεμβρίου 1390. Εκείνη την εποχή ο Ιωάννης Ε΄ ήταν ακόμη αυτοκράτορας, με την αντιβασιλεία να έχει ανατεθεί σε αυτόν, όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β’ ταξίδεψε στη Δύση για να ζητήσει στρατιωτική βοήθεια (1399-1403). Μετά τον θάνατο τού Ανδρόνικου Δ’, ο γιος του Ιωάννης Ζ’ λάμβανε τη συνεχή υποστήριξη των Γενουατών. Ίσως είχε ταξιδέψει στη Γένουα λίγο πριν από την εξέγερσή του το 1390. Ο Ιωάννης Ζ’ συνέχισε να λαμβάνει στρατιωτική βοήθεια από τον διάδοχο τού Μουρατ, τον Βαγιαζήτ, ο οποίος επέλεξε να υιοθετήσει τη στάση τού υποστηρικτή των αυτοκρατορικών διεκδικήσεων τού νεαρού. Ο Ιωάννης Ζ’ ανέλαβε θέσεις έξω από τα χερσαία τείχη κάποια στιγμή κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τού 1390. Στις 31 Μαρτίου έφτασε ο Μανουήλ από τη Λήμνο, για να βοηθήσει τον ηλικιωμένο πατέρα του. Στις 2 Απριλίου συνελήφθησαν και ακρωτηριάστηκαν πενήντα περίπου συνωμότες. Στις 13 Απριλίου οι υποστηρικτές τού Ιωάννη Ζ’ τού άνοιξαν την Πύλη Χαρισίου. Ο Ιωάννης Ε’ και ο Μανουήλ κατέφυγαν στο φρούριο τής Χρυσής Πύλης, όπως είχαν κάνει το 1376. Το πρωί τής 14ης Απριλίου 1390 ο Ιωάννης Ζ’ επευφημήθηκε από τον λαό ως αυτοκράτορας. Ο εν ενεργεία πατριάρχης Αντώνιος Δ’ (1389-1390, 1391-1397) εκθρονίστηκε και ο προηγούμενος πατριάρχης Μακάριος αποκαταστάθηκε στις 30 Ιουλίου. Ο Μανουήλ δραπέτευσε και επέστρεψε στην πρωτεύουσα με μικρό στόλο και τη βοήθεια των Ιπποτών τού Αγίου Ιωάννη στη Ρόδο. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1390 ο Ιωάννης Ζ’ αιφνιδιάστηκε και εκδιώχθηκε από την πρωτεύουσα. Τόσο ο Μανουήλ Β’ όσο και ο Ιωάννης Ζ’ πολέμησαν για τον Βαγιαζήτ το φθινόπωρο τού 1390.

[←27]

[Δούκας 14.3] Τότε ὁ βασιλεὺς Μανουὴλ ὁρῶν τὸν δῆμον ἐν διχοστασίαις σαλευόμενον —καὶ τὸ μὲν ἀνταῖρον ἦν καὶ καταβοῶν, τὸ δὲ καὶ μάλα ἐνθαρρύνετο καὶ ἐκέκραγεν, ὡς·

«Ἰωάννης εἰσαχθήτω καὶ ἀρθήτω τὰ σκάνδαλα·»—

ὁ δὲ βασιλεὺς Μανουὴλ σύννους ὤν καὶ παιδείας μεστός, ὁρῶν τὸν χυδαῖον λαὸν παραψιθυρίζοντα καὶ αἰτιῶντα, ὡς οὐ παραχωρεῖ τῷ ἐφέδρῳ τὴν καθέδραν, ἀλλὰ τυραννικῶς ἡγεμονεύειν ἐθέλων οὐ φροντίζει τὰ περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ κοινοῦ, βουλὴν βουλεύεται σοφωτάτην καὶ μάλα συνετικήν. Μηνύει τῷ Ἰωάννῃ παρακαθημένῳ τότε τῇ Κωσταντίνου σὺν Τούρκοις χιλιάσι δέκα καὶ δίδει ὅρκους αὐτῷ καὶ λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ τοῦ εἰσαχθῆναι ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ παραδοῦναι αὐτῷ τὴν βασιλείαν τῶν Ῥωμαίων, αὐτὸς δὲ ὁ Μανουὴλ ἐξελθεῖν σὺν ταῖς τριήρεσι ταῖς εὑρισκομέναις καὶ ἀπελθεῖν, ὅπου ἄρα Θεὸς βούλεται. Πεισθεὶς οὖν τοῖς ρήμασι καὶ τοῖς ὅρκοις εἴσεισι· καὶ δὴ φιλοφρόνως δεξάμενος αὐτὸν ὁ βασιλεὺς καὶ παραδοὺς αὐτῷ τὸ παλάτιον καὶ δημηγορήσας κατενώπιον πάντων τῶν ἀρίστων καὶ τῶν τοῦ δήμου, αὐτὸς ἐν τριήρεσιν ἐμβὰς σὺν γυναικὶ καὶ τέκνοις ἐξῆλθε τῆς Πόλεως, παραδοὺς τὴν βασιλείαν τῷ Ἰωάννῃ.

[←28]

Προς Ρωμαίους 12: 9. Ησαΐας 26: 201. Το νόμισμα ήταν το βυζαντινό χρυσό νόμισμα, που διατήρησε τη σταθερότητά του για οκτώ αιώνες και ήταν το νόμισμα διεθνών ανταλλαγών. Υπήρχαν 72 νομίσματα σε μια λίμπρα χρυσού. Μετά τον 11ο αιώνα υποτιμήθηκε, ενώ τον 14ο αιώνα το υπέρπυρον, όπως ονομαζόταν τότε το νόμισμα, είχε μόνο το μισό τής αρχικής του αξίας.

[←29]

[Δούκας 14.4] Τίς δὲ ὁ σκοπὸς τοῦ Παγιαζὴτ καὶ τίς ὁ τοῦ βασιλέως Μανουήλ; Ὁ μὲν Παγιαζὴτ ἐφαντάζετο τὴν πόλιν ἔχειν ἐκ χειρὸς τοῦ Ἰωάννου· καὶ γὰρ προεζήτησε τοῦτο καὶ αὐτὸς ὑπέσχετο· καὶ ὁ Παγιαζὴτ ἀντὶ τῆς πόλεως ὑπέσχετο δώσειν τὴν Πελοπόννησον ἐνόρκως καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἔχειν εἰρηναίαν κατάστασιν. Ὁ δὲ βασιλεὺς χριστιανικώτατος ὤν καὶ μεμυημένος τὰ θεῖα καὶ ἐν φρονήσει μεστός, ὁρῶν τὸ ὑπήκοον ἅπαν ταλαιπωρούμενον ὑπὸ ἐνδείας, μόδιος γὰρ σίτου ὑπὲρ τὰ εἴκοσι νομίσματα· καὶ ποῦ νόμισμα; οἴνου τὸ ὁμοίως· καὶ ἄλλων ἀναγκαίων τροφῶν λείψις· ἐξ ἀνάγκης ὁ κοινὸς λαὸς εἰς ἀπιστίαν καὶ προδοσίαν πατρίδος ἑώρα· καί αὐτὸς ἐξωμολογεῖτο καθ’ ἑκάστην ὥραν τε καὶ ἡμέραν τῷ Θεῷ, λέγων

«Μή μοι γένοιτο, Χριστὲ βασιλεῦ, μηδὲ ἀκουσθήτω ἐν τοῖς ἀπείροις ἔθνεσι τῶν χριστιανῶν, ὅτι ἐν ἡμέραις Μανουὴλ τοῦ βασιλέως παρεδόθη ἡ Πόλις καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἅγια καὶ τίμια σκεύη τοῖς ἀσεβέσι καὶ χριστομάχοις·»

Εὑρὼν οὖν τότε τὸν Ἰωάννην συνεργοῦντα τῷ τυράννῳ τοῦ ποιῆσαι αὐτὸν βασιλέα, καὶ ὁ τύραννος φροντίζων τὴν πραγματείαν ὡς ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ Μανουὴλ εἴρηκε

«τό σῶζον σῴζου καὶ μὴ μελέτω σοι περὶ βασιλείας».

[←30]

Το ταξίδι του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου στη Δύση ξεκίνησε προς τα τέλη τού 1399. Δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει το προτεινόμενο ταξίδι του για να ζητήσει βοήθεια από Ευρωπαίους ηγέτες, μέχρι να συμβιβαστεί με τον ανιψιό του, τον Ιωάννη Ζ’ Παλαιολόγο, γιο τού Ανδρόνικου Δ’ και τής Ευγενίας, κόρης τού Φραντσέσκο Β’ Γκατελούζο. Τότε ο Ιωάννης Ζ’ βρισκόταν στη Σηλυμβρία. Στις 4 Δεκεμβρίου 1399 έφτασε στην πρωτεύουσα και επιτεύχθηκε συμφωνία με τον Μανουήλ. Ο Ιωάννης Ζ’ θα κυβερνούσε στην Κωνσταντινούπολη όσο ο Μανουήλ Β’ βρισκόταν στη Δύση. Με την επιστροφή τού αυτοκράτορα, θα δινόταν στον Ιωάννη Ζ’ η Θεσσαλονίκη, αν και τότε βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων.

Ο αυτοκράτορας είχε αποφασίσει ότι μόνο με μεγάλη προσπάθεια προσωπικής διπλωματίας θα μπορούσε να επιτευχθεί η απαραίτητη στρατιωτική υποστήριξη από τα ευρωπαϊκά έθνη, για να σωθεί το Βυζάντιο από τούς Τούρκους. Στις 10 Δεκεμβρίου 1399 ο Μανουήλ απέπλευσε πάνω σε ενετική γαλέρα για την Πελοπόννησο. Άφησε τη σύζυγό του, την Έλενα Ντράγκας, και δύο γιους, τον Ιωάννη [Η’] και τον Θεόδωρο [Β’], στη φροντίδα τού αδελφού του Θεόδωρου [Α’], δεσπότη τού Μυστρά. Από τη Μεθώνη ο Μανουήλ Β’ έπλευσε για τη Βενετία, φτάνοντας κάποια στιγμή τον Απρίλιο τού 1400. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Πάδουα και το Μιλάνο μέσω Βιτσέντζα και Παβίας. Στο Μιλάνο τον υποδέχτηκε ο Τζιαν Γκαλεάτσο Βισκόντι και συνάντησε εκεί τον παλιό Έλληνα φίλο του, τον μεγάλο βυζαντινό ανθρωπιστή Μανουήλ Χρυσολωρά.

Στις 3 Ιουνίου 1400 ο βασιλιάς Κάρολος ΣΤ’ τἠς Γαλλίας συναντήθηκε με τον Μανουήλ με μεγάλη μεγαλοπρέπεια στο Σαρεντόν, έξω από το Παρίσι. Είχαν εγκαταστήσει τον αυτοκράτορα στο παλιό Λούβρο στο Παρίσι και τον φιλοξενούσαν βασιλικά. Ο Γάλλος βασιλιάς άρχισε σύντομα να δείχνει σημάδια τρέλας. Στις 13 Δεκεμβρίου 1400 ο Μανουήλ βρισκόταν στο Καντέρμπουρυ τής Αγγλίας και στις 21 Δεκεμβρίου έγινε δεκτός θριαμβευτικά στο Λονδίνο από τον Ερρίκο Δ’, ο οποίος είχε ανέβει πρόσφατα στον αγγλικό θρόνο. Λιγότερο από δύο μήνες μετά την άφιξή του, κάπου στα μέσα Φεβρουαρίου 1401, ο Μανουήλ έφυγε από την Αγγλία και έφτασε στο Παρίσι στο τέλος εκείνου τού μήνα.

Γινόταν οδυνηρά σαφές ότι η προβλεπόμενη εκστρατεία εναντίον των Τούρκων δεν θα πραγματοποιούνταν. Ούτε οι Άγγλοι, ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Ισπανοί, ούτε οι Ιταλοί κατάφερναν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους για βοήθεια. Τα νέα τής ήττας τού Βαγιαζήτ και τής σύλληψής του από τον Τιμούρ στη Μάχη τής Άγκυρας στις 28 Ιουλίου 1402 φαινόταν ότι θα έπειθαν τον Μανουήλ ότι έπρεπε να επιστρέψει στην πατρίδα του, αναχωρώντας πολύ καθυστερημένα με την ελπίδα ότι η Δύση θα ανταποκρινόταν στις απεγνωσμένες στρατιωτικές του ανάγκες, αλλά εξακολουθούσε να μη βιάζεται. Έφυγε από το Παρίσι στις 21 Νοεμβρίου 1402 και στις 22 Ιανουαρίου 1403 έφτασε στη Γένουα. Αποτυγχάνοντας στην προσπάθειά του να συμφιλιώσει τη Γένουα και τη Βενετία, την οποία συμφιλίωση θεωρούσε απαραίτητη, προκειμένου να επωφεληθεί πλήρως από την ήττα των Τούρκων από τον Τιμούρ, ο Μανουήλ έφυγε από τη Γένουα στις 10 Φεβρουαρίου 1403. Ίσως είχε προχωρήσει στη Φλωρεντία και τη Φερράρα. Ο Μανουήλ έφτασε στη Βενετία λίγο μετά τις 21 Μαρτίου 1403 και έφυγε στις αρχές Απριλίου. Σε λίγες ημέρες έφτασε στη Μεθώνη για να ξαναενωθεί με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Τέσσερις ενετικές γαλέρες μετέφεραν τον Μάιο τον Μανουήλ και την ακολουθία του στην Καλλίπολη όπου τον περίμενε ο Ιωάννης Ζ’ και μπήκαν μαζί στην Κωνσταντινούπολη στις 9 Ιουνίου 1403. Το ταξίδι τού Μανουήλ κράτησε περισσότερο από τριάμισι χρόνια. Ο Μανουήλ, προφανώς εξοργισμένος για τις φιλοτουρκικές πολιτικές τού Ιωάννη Ζ’, εξόρισε τον ανιψιό του στο νησί τής Λήμνου και παραβίασε τη δέσμευσή του να τού δώσει τη Θεσσαλονίκη ως επιχορήγηση.

[←31]

[Δούκας 14.5] Ἐλθὼν δὲ ἐν τοῖς παραλίοις τοῦ Πέλοπος ἀφῆκε τὴν δέσποιναν σὺν τοῖς τέκνοις ἐκεῖ· εἶχε γὰρ τὸν Ἰωάννην βρέφος καὶ τὸν Θεόδωρον νήπιον. Καταλείψας δ’ αὐτοὺς ἐν Μεθώνῃ, καὶ τὰς τριήρεις ὄπισθεν πέμψας, αὐτὸς ἐν μιᾷ τῶν μεγάλων νηῶν εἰσελθὼν ἔπλει εἰς Βενετίαν, εἰς Μεδιόλανα, Γένουαν, Φλωρεντζίαν, Φεραρίαν, καὶ ἅπασαν Ἰταλίαν διελθὼν ἀπὸ Προβέντζας ἐχώρει εἰς Γερμανίαν ἥτοι Φραγγίαν· καὶ πάντες οἱ ῥηγάδες καὶ δοῦκαι καὶ κόντιδες ἐτίμων αὐτὸν καὶ ὡς ἡμίθεον δώροις ἠμείβοντο· διελθὼν δὲ πᾶσαν Φραγγίαν καὶ εἰς τὰ τῶν Ἀλαμανῶν ὅρια περάσας πάλιν ἦλθεν εἰς Βενετίαν. Οἱ δὲ Βένετοι πρεπόντως φιλοξενήσαντες καὶ σὺν δώροις πλείστοις ἀποπέμψαντες, ἐστράφη εἰς Μεθώνην σὺν ταῖς αὐτῶν τριήρεσι καὶ συντυχὼν τῇ δεσποίνῃ καὶ τοῖς τέκνοις ἐκάθητο καραδοκῶν τὰ τῆς πόλεως ἀτυχήματα, μᾶλλον τὰ τοῦ ἔθνους τῶν Ῥωμαίων δυστυχήματα.

[←32]

Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος (βασ. 1341-1391).

[←33]

[Δούκας 15.1] Ὁ δὲ βασιλεὺς Ἰωάννης εἰσελθὼν ἐν τῇ πόλει καὶ στεφθεὶς βασιλεὺς εἰσῆξε πρῶτον κατὰ τὸ αἴτημα τοῦ Παγιαζὴτ κριτὴν Τοῦρκον, ὅς τὰς ἀμφιβολίας τὰς ἀναμεταξὺ συμβαινούσας Ῥωμαίοις καὶ Τούρκοις αὐτὸς διέκρινε κατὰ τὸν Ἀραβικὸν νόμον. καὶ πάντα ὅσα εἶχον Ῥωμαῖοι μέχρι Σηλυμβρίας, καὶ αὐτὴ Σηλυμβρία τοῦ Παγιαζὴτ ἐγένοντο, καὶ ὁ Ἰωάννης ἦν βασιλεύων μόνον ἐντὸς τῆς πόλεως.

[←34]

[Δούκας 15.2] ὁ δὲ Παγιαζήτ καθήμενος ἐν Προύσῃ, καὶ τὰ τῆς εὐτυχίας ὑψίκομα δένδρα ὁρῶν καρποῖς βρίθοντα καὶ καθ' ἑκάστην ἡμέραν ἀδεῶς κατατρυφῶντα ἐν διαφόροις στρουθῶν κελαδίσμασιν· οὐ γὰρ ἔλλειπέ τι τῶν ἐν τοῖς γένεσι τῶν γλωσσῶν ὡραῖον, εἴτε ἐν σώματι ζώου ἤ μετάλλου ἤ ἄλλης τινός ἐν τῷ κόσμῳ δοθείσης παρὰ τοῦ θεοῦ ἡδέας ὄψεως, τοῦ μὴ εἶναί τε καὶ εὑρίσκεσθαι ἐν τοῖς θησαυροῖς αὐτοῦ. ἐκλεγόμενα τοίνυν τὰ καθαρὰ τῶν σωμάτων καὶ τῶν ὡραίᾳ τῇ ὄψει ἀρρένων τε καὶ θηλέων παρίσταντο, παιδάρια νέα καὶ τρυφερά, καὶ κόραι ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπουσαι, τίνων; Ῥωμαίων, Σέρβων, Βλάχων, Ἀλβανίτων, Οὔγγρων, Σάξων, Βουλγάρων καὶ Λατίνων. ἕνα ἕκαστον μελωδοῦντα τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ καὶ μὴ βουλευομένων. αὐτὸς δὲ καθήμενος καὶ κατασπαταλῶν οὐκ ἐπαύετο ἀφροδισιάζων, ἐν ἀρρένοις ἀσελγαίνων καὶ θήλεσι.

[←35]

[Δούκας 15.3] ταῦτα τῶν παρανομιῶν ἡμῶν τὰ ἐπίχειρα. δικαία ἡ τοῦ θεοῦ παίδευσις. ἀλλὰ σύ, κύριε, ἀπόδος καὶ αὐτοῖς κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. πάριδε τὰς ἀνομίας ἡμῶν, δέσποτα, καὶ μὴ ἐάσῃς συντριβῆναι ἡμᾶς ὡς καλάμην στυπίου, ἀλλὰ βλέψον εἰς ἡμᾶς ἱλέῳ ὄμματί σου.

[←36]

Ο Τιμούρ υποστήριξε την υπόθεση των σελτζουκικών εμιράτων στην Ανατολία εναντίον τής προέλασης των Οθωμανών Τούρκων.

[←37]

[Δούκας 15.4] κατασπαταλοῦντος οὖν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἰδοὺ μήνυμα ὡς ἀποκρισιάριοι ἤλθοσαν ἀπὸ Περσίας ζητούντες ἰδεῖν τὸν ἡγεμόνα.

«ἀπὸ τίνος;» ἀπεκρίνετο,

οἱ δὲ «παρὰ τοῦ Τεμὺρ χὰν σουλτάνου Περσίας καὶ Βαβυλῶνος.»

ὁ δὲ προσέταξε τοῦ δοῦναι αὐτοῖς τόπον εἰς ἀνάπαυσιν, μετὰ δέ τινας ἡμέρας προσκαλεσάμένος αὐτοὺς ἐζήτει τὰ τῆς πρεσβείας ἀκοῦσαι. οἱ δὲ ἐλθόντες καὶ παραστάντες ἐνώπιον αὐτοῦ ἔφησαν

«ὁ μέγας χὰν Τεμὺρ δι' ἡμᾶς τοὺς δούλους αὐτοῦ μηνύει σοι λέγων ὅτι οὐκ ἔξεστίν σοι ἁρπάζειν τὰ ἀλλότρια καὶ δι' αὐτῶν γενέσθαι σε μέγας ἀρχηγός. ἀρκοῦ εἰς ὅσα σοι ὁ θεὸς δέδωκε παρὰ τῶν ἀπίστων λαβών. τὰς δὲ ἐπαρχίας ἅς παρὰ τῶν λοιπῶν ἡγεμόνων ληστρικῶς ἥρπασας, παρευθὺ στρέψας δός, ἵνα καὶ παρὰ θεῷ εὔ σοι γένηται καὶ παρὰ τῶν λοιπῶν ἡγεμόνων εὐχαριστίας καὶ ἐπαίνους ἕξεις. εἰ δὲ μὴ, ἐγὼ ἔσομαι σὺν θεῷ ἐκδικητὴς αὐτῶν.»

ταῦτα καὶ ἄλλα πλείω εἰπόντες, ὁ Παγιαζὴτ ἐκέλευσεν ξυρίῳ καθᾶραι τοὺς πώγωνας καὶ ἀποπέμψαι ἀτίμους, φήσας αὐτοῖς

«ὑπάγετε, ἀπαγγείλατε τῷ κυρίῳ ἡμῶν, ἐρχέσθω ταχύ· ἐκδέχομαι γὰρ αὐτόν. ἔστω κεχωρισμένος ἀπὸ τῆς αὐτοῦ νομίμου γαμετῆς, εἰ μὴ ἔλθοι.»

ταῦτα καὶ ἕτερα ἀδολεσχήματα εἰπὼν πρὸς αὐτοὺς ἀτίμως ἀπέπεμψεν· αὐτὸς δὲ μὴ ἀμελήσας, ἀλλὰ σὺν πάσῃ τῇ στρατείᾳ πρὸς τὰ ἀνώτερα μέρη τῆς Ἀρμενίας ἐστράτευσεν.

[←38]

Η Σεβάστεια, που αργότερα ονομαζόταν Σίβας, καταλήφθηκε από τον Βαγιαζήτ Α’ το 1397, δίνοντας έτσι στους Οθωμανούς τον έλεγχο τής βορειοανατολικής Ανατολίας, την οποία κυβερνούσε μέχρι τότε η δυναστεία των Ιλχάνων τής Περσικής Μογγολικής Αυτοκρατορίας.

[←39]

Τουρκο-Πέρσες ήσαν οι τουρκικές φυλές τής βορειοανατολικής Ανατολίας στην περιοχή τής Τραπεζούντας, τής Αρμενίας και τού βόρειου Ιράν.

[←40]

Το Έρζιντζαν είναι πόλη στον άνω Ευφράτη δυτικά τού Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολης). Ο Ταχαρτάν, ο εμίρης τού Έρζιντζαν, για να σωθεί από τον Βαγιαζήτ, έγινε υποτελής τού Τιμούρ. Το 1399 ο Βαγιαζήτ προσέβαλε τον Τιμούρ, όταν ζήτησε φόρο υποτέλειας από τον Ταχαρτάν. Ο Σουλεϊμαν, γιος τού Βαγιαζήτ, πήρε εντολή να υπερασπιστεί τη Σίβας (Σεβάστεια), αλλά η πόλη έπεσε στον Τιμούρ το 1400.

[←41]

[Δούκας 15.5] ἦν γὰρ τῷ προλαβόντι χρόνῳ λαβὼν τὴν τῆς Καππαδοκίας μεγάλην Σεβάστειαν, ἐν δὲ τῇ στρατείᾳ ταύτῃ διαβὰς τὰ ὅρια τῆς μεγάλης Ἀρμενίας καὶ εἰς τὴν τῶν Τουρκοπερσῶν γῆν εἰσελθὼν ἐκράτησε μίαν τῶν πόλεων λεγομένην Ἀρσυγγάν. ἐπαναζεύξας δὲ ἦλθεν ἐν Προύσῃ, ἀπάρας δὲ ἐκ τῆς Προύσης καὶ διαβὰς τὸν πορθμὸν ἦλθεν εἰς Ἀδριανούπολιν, καὶ τῷ βασιλεῖ Ἰωάννῃ μηνύει λέγων ὅτι

«ἐγὼ μὲν εἰ καὶ τὸν βασιλέα Μανουὴλ εξέωσα τῆς πόλεως, οὐ διὰ σὲ ἀλλὰ δι' ἐμὲ τοῦτο πεποίηκα. εἰ μὲν βούλει τοῦ εἶναί σε ἡμέτερον φίλον, μετάστηθι τῶν ἐκεῖ, καὶ δώσω ἐπαρχίαν ἥν ἄν βούλῃ· εἰ δὲ μή γε, μάρτυς μοι θεὸς καὶ ὁ μέγας προφήτης, οὐ φείσομαί τινος, ἀλλὰ πάντας ἄρδην ὀλεσω.»

ταῦτα καὶ ἕτερα ὁ Παγιαζὴτ ὀργίλα πέμψας μηνύματα, αὐτοὶ τῷ θεῷ τὰς ἐλπίδας ἀνέθεντο· ἦσαν γὰρ προμελετηκότες ἐκ πολλῶν ὀλίγα πρὸς τροφήν. οἱ δὲ ἀπεκρίναντο λέγοντες

«ὑπάγετε, ἀναγγείλατε τῷ κυρίῳ ὑμῶν. ἡμεῖς ἐν ἀδυναμίᾳ ὄντες καὶ δυναστείᾳ πολλῇ οὐκ ἔχομεν ποῦ καταφυγεῖν, εἰ μὴ εἰς θεὸν τὸν βοηθοῦντα τοὺς ἀδυνάτους καὶ καταδυναστεύοντα τοὺς δυνάστας. καὶ εἴ τι βούλει, ποίει.»

[←42]

[Δούκας 15.6] ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἦλθον μηνύματα φέροντες ἐξ Ἀμασείας ὡς ὁ Τεμὺρ χὰν στρατεύει κατὰ τῆς Συρίας. ὁ Παγιαζὴτ δὲ περάσας καὶ ἐν τῇ Προύσῃ διάγων πέμψας ἁπανταχοῦ προσεκαλεῖτο τὰς δυνάμεις πάσας τῆς ἑῴας καὶ τῆς δύσεως. ὁ δὲ Τεμὺρ χὰν διαβὰς τὴν Ἀρμενίαν ἐχειρώσατο πρῶτον τὸ Ἀρσυγγὰν πολέμου νόμῳ, καὶ πάντας τοὺς οἰκισθέντας παρὰ τοῦ Παγιαζὴτ ξίφει κατέσφαξεν. εἶτα ἐλθὼν εἰς Σεβάστειαν καὶ μεγαλόπολιν οὖσαν ἔπηξε χάρακα· καὶ ζητήσας τὴν πόλιν, καὶ μὴ ἐνδόντες οἱ ἐντός, κατορύξας γύροθεν ἔστησεν αὐτὴν ἐπάνω τῶν δοκῶν καὶ τῶν σανίδων κάτωθεν ἐκ θεμέθλων, μὴ γνόντος τινὸς τῶν ἐντὸς τὶ ἄρα ἐγεγόνει τὰ κατ’ αὐτῶν· ἦσαν γὰρ οἱ ὀρύκται ἀρξάμενοι τὴν ὀρυγὴν ἀπὸ μακρόθεν τῆς πόλεως μίλιον ἕν καὶ πλέον. ἦν δὲ ἡ πόλις ἐκ πλίνθου ὠμῆς οἰκοδομηθεῖσα. τότε πάλιν ἐμήνυσε τοῖς ἔνδον λέγων

«εἰ βούλεσθε τοῦ σώζεσθαι, παράδοτε τὴν πόλιν.»

αὐτοὶ δὲ μὴ πεισθέντες ἀλλὰ λοιδορίας ἐκχέαντες ἀμέτρους, πῦρ ἐνίησι ταῖς δοκοῖς αἷς ἐνίδρυτο ἡ πόλις, καὶ ἐκ τῶν θεμελίων κατέπεσε, καὶ εἰσελθόντες ἤρξαντο ἀφειδῶς κα-τακόπτειν καὶ σκυλεύειν τοὺς πολίτας. ὁ δὲ Τεμὺρ χὰν ἐκέλευσε πάντας τοὺς προύχοντας τῆς πόλεως συναθροῖσαι εἰς ἕν, καὶ προστάξας λάκκους ὀρύγειν ὡς τάφους μεγέθεις, καὶ δεσμεῖν αὐτοὺς δεσμὸν ὅν οὐκ ἐσοφίσατό τις τῶν τυράννων· τὸν γὰρ αὐχένα ὑποκλίναντες καὶ ἐν μέσῳ τῶν σκελῶν ὠθήσαντες, ἄχρις ἡ ρὶν τοῦ δυστυχοῦς ἐκείνου, ὁποίου ἄρα καὶ εἴη, κατάντησεν τῷ πρωκτῷ, αἱ δὲ κνῆμαι σὺν τοῖς γόνασι ἐξ ἑκατέρων τῶν ὤτων ἀπῃωρημέναι. καὶ ὁ ἄνθρωπος ὥσπερ κανθόχοιρος σφαιροειδὴς ἐν τῷ τάφῳ ἠκοντίζετο. καὶ δέκα ἤ καὶ πλείονες ἐν ἑνὶ μνημείῳ ὄντες, οὐ συνέκλειον χώμασιν, ἀλλὰ σανίσιν ἀσφαλίσαντες ἐπάνω τῶν σανίδων ἐχωμάτιζον, ἵνα μὴ εὐκόλως πνιγέντες ἀποβάλλωνται τοῦ ζῆν. τοιαύτην ὁ Σκύθης ἐπενοήσατο βάσανον. ἐπεὶ οὖν αὐτὴν εἰς τέλος ἠφάνισεν, ἔρχεται εἰς τὰ τῆς Φοινίκης μέρη καὶ ἕως αὐτῆς Δαμασκοῦ, καὶ ἐμπιπρᾷ καὶ λεηλατεῖ καὶ λαμβάνει πλοῦτον ἀναρίθμητον καὶ αἰχμαλωσίαν πολλήν. καὶ τὴν Δαμασκὸν ἐρημώσας ἐπὶ τὸ Χάλεπ διαβαίνει, καὶ αὐτὸ ἠφάνισεν, καὶ πολλοὺς τῶν τεχνῶν ἐπιστήμονας εἰς Περσίαν μετῴκισεν, καὶ τοὺς Ἄραβας φοβήσας ἐπανέζευξεν εἰς Σαμαρχὰντ μητρόπολιν Περσίας. ὁ δὲ Παγιαζὴτ ἀκούων τὰ γενόμενα ἐν τῷ Ἀρσυγγάν, ἐν Σεβαστείᾳ τῇ πόλει, ἐν Συρίᾳ καὶ ἐν τῇ Δαμασκῷ καὶ τῷ Χάλεπ, οὐκ ἐπαύετο ποιῶν ἀπογραφὰς ἔν τε ἑῴᾳ καὶ ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἀθροίζων νέον στρατὸν καὶ ὑπὲρ περισσοῦ τοῦτον πληθύνων.

[←43]

[Δούκας 15.7] οἱ δὲ πτωχοὶ πολῖται σὺν τῷ βασιλεῖ χεῖρας πρὸς θεὸν αἵροντες σὺν δάκρυσι πλείστοις ἱκέτευον, λέγοντες

«θεὲ καὶ κύριε τοῦ ἐλέους, ἐλέησον ἡμᾶς τοὺς ἀχρείους δούλους σοῦ, καὶ δὸς τὸν ἐπαπειλοῦντα ἡμᾶς καὶ τὸν σὸν οἶκον τοῦτον καὶ τὰ ἐν αὐτῷ ἅγια ἄλλην μέριμναν, ἄλλην φροντίδα, ἄλλον λογισμόν, ἵνα ἐλευθερωθέντες τῆς αὐτοῦ τυραννίδος δοξάσωμεν σὲ τὸν πατέρα καὶ υἱὸν καὶ τὸ ἅγιον πνεῦμα, τὸν ἕνα θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας. ἀμήν.»

[←44]

Πρόκειται για αναχρονιστικές ονομασίες των λαών κατά μήκος των βόρειων και ανατολικών ακτών τής Μαύρης Θάλασσας. Τουρκοσκύθες είναι οι Τάταροι. Οι Ζυγοί είναι φυλή στη βορειοανατολική ακτή τής Μαύρης Θάλασσας. Αβασγοί είναι οι κάτοικοι του μεσαιωνικού βασιλείου τής Αβασγίας (σημερινής Αμπχαζίας), που εκτεινόταν με τη δυτική Γεωργία κατά μήκος τής ακτής τής Μαύρης Θάλασσας νότια των Zυγών.

[←45]

Tού Κιμμερίου Βοσπόρου στην ανατολική Κριμαία.

[←46]

[Δούκας 16.1] Ἔαρος δ' ἀρξαμένου ἰδοὺ καὶ ὁ Τεμὺρ χὰν ἐκ Περσίας πρὸς τὰ τοῦ Τανάϊδος μέρη ἐλθών, καὶ τοὺς Ταυροσκύθας καὶ Ζυκχοὺς καὶ Ἀβασγοὺς ἀθροίσας, καὶ τὰ ἐν τῷ Βοσπόρῳ πολίχνια κατασκάψας, διέβη πρὸς τὰ τῆς Ἀρμενίας μέρη, καὶ τὴν Καππαδοκίαν διελθὼν σὺν πολλῇ στρατιᾷ καὶ ἐκ τῶν Ἀρμενίων οὐκ ὀλίγους παραλαβὼν πρὸς τὰ τῶν Γαλατῶν μέρη ἀφίκετο, στρατὸν ἔχων ὡς ὁ ποτὲ Ξέρξης πολυαρίθμητον.

[←47]

Όταν ο πατέρας του Λάζαρος σκοτώθηκε στη μάχη τού Κοσσυφοπεδίου το 1389, ο Στέφαν Λαζάρεβιτς (1389-1427) έγινε υποτελής τού Βαγιαζήτ. Έπρεπε να προμηθεύει τον Τούρκο ηγεμόνα με βοηθητικό στρατό υπό τη διοίκησή του. Αναγκάστηκε να πολεμήσει στο πλευρό των Τούρκων εναντίον τής Βλαχίας το 1395 (Μάχη του Ροβίνε), εναντίον τής Σταυροφορίας τής Νικόπολης το 1396 και εναντίον τού Τιμούρ το 1402. Η αδελφή τού Στέφανου, η Ολιβιέρα, παντρεύτηκε τον Βαγιαζήτ. Η βιογραφία του, που αποτελεί σημαντική πηγή για την ιστορία τού Βυζαντίου τα πρώτα τριάντα χρόνια τού 15ου αιώνα και ταυτόχρονα πολύ σημαντικό έργο τής παλαιάς σερβικής λογοτεχνίας, γράφτηκε από τον Κωνσταντίνο τον Φιλόσοφο, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στον κύκλο τού πατριάρχη Ευθυμίου, που καταγόταν από το Τίρνοβο τής Βουλγαρίας. Όταν ο Στέφανος επέστρεψε στην πατρίδα του από την καταστροφή στην Άγκυρα, τού δόθηκε ο τίτλος τού δεσπότη από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Ζ’. Έγινε υποτελής τού Σίγκισμουντ, βασιλιά τής Ουγγαρίας, και έκανε πρωτεύουσά του το Βελιγράδι. Για τη στρατιωτική του υπηρεσία για λογαριασμό τού Σίγκισμουντ έλαβε εκτεταμένα κτήματα στην Ουγγαρία.

[←48]

Η μάχη διεξήχθη στις 28 Ιουλίου 1402 στην πεδιάδα τού Τσιμπούκ Αμπάντ, βορειοανατολικά τής Άγκυρας.

[←49]

[Δούκας 16.2] ὁ δὲ Παγιαζὴτ καὶ αὐτὸς πᾶσαν στρατιὰν συνάξας Θρακικήν τε καὶ ἀνατολικὴν καὶ νεόλεκτον ἄλλον στρατόν, καὶ τὸν Σέρβον ἔχων ὁμοῦ Στέφανον τὸν τοῦ Λαζάρου υἱὸν σὺν δορυφόροις πλείστοις, ἐξῆλθε καὶ αὐτὸς συναντήσων τῷ Τεμύρ. ὡς δὲ καὶ αὐτὸς προσέγγισε τοῖς μέρεσι Γαλατίας, ἔμαθεν ὅτι Τεμὺρ ἐν Ἀγκύρᾳ τῇ πόλει πληκεύων ἦν. ἐγγίσας δὲ κἀκεῖνος πλησίον, καὶ τὰς σκηνὰς πήξας ἐν μέσῳ τοῦ κάμπου πλησίον Ἀγκύρας, εἶχε καὶ τὸν ποταμὸν εὐθυροοῦντα καὶ τὸ πότιμον ὕδωρ διά τε τὴν χρείαν τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἵππων καὶ πάσης τῆς παρατάξεως· ὁ δὲ Τεμὺρ ἦν οἰκῶν ἐν ἀνύδρῳ γῇ. πλὴν τὶ γίνεται; κελεύει ὁ Παγιαζὴτ διαλαλίας γενέσθαι ἐν μέσῳ τοῦ φωσάτου τῇ ἐπιούσῃ ἐξελθεῖν ἅπαντας ἐν κυνηγεσίῳ. ἐξῆλθεν οὖν σὺν παντὶ τῷ στρατεύματι τρεῖς ἡμέρας κυνηγετῶν καὶ ἐλάφους διώκων. ὁ δὲ Τεμὺρ ἀναστὰς ἀπὸ τοῦ τόπου οὗ ἦν, ἦλθε καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ταῖς ὄχθαις τοῦ ποταμοῦ, ὅπου ἐκάθητο πρώην ὁ Παγιαζήτ. ὕδατος τοίνυν σπανίζοντος, ἐπεὶ καὶ ὁ ἥλιος ἐν τῷ λέοντι τὴν πορείαν ἐποίει, ὁ Τεμὺρ οὐκ ἐφρόντιζε πλέον περί ὑδροποσίας· ἀλλ΄ ὁ Παγιαζὴτ ἀλαζονευόμενος, καὶ ὑπεροπτικῶς δεικνύων τὴν συμπλοκὴν τοῦ Τεμύρ, ὡς ἐκ δευτέρου λόγου προσέχων αὐτήν, ἐνήργει τὰ κυνηγέσια, καὶ ἡ πρώτη τῆς αὐτοῦ δυστυχίας ἐμβολὴ ὑπῆρχεν αὕτη. ἐξελθὼν γὰρ, καὶ τοῦ ἡλίου ὄντος ἐν μεσουρανήματι, οἱ στρατιῶται ὑπὸ τοῦ καύσωνος ἀπελέγοντο τῇ ζωῇ καὶ ἐζήτουν ὕδωρ, καὶ οὐκ ἦν, καὶ ἐλειποψυχοῦντο καὶ ἀπέθνησκον. ἀπέθανον οὖν ἐν τῇ κακοπαθείᾳ αὐτῇ ἄνδρες πενταχισχίλιοι. μετὰ δὲ τρεῖς ἡμέρας στραφεὶς ἐν ᾧ τόπῳ ἔκειτο, εὗρε τὸν Τεμὺρ ἐκεῖ κατουνεύσαντα, καὶ τὸ ὕδωρ οὐχ ὑπ' ἐξουσίαν αὐτοῦ ἦν, ἀλλ' ἡ θέσις τοῦ τόπου ἀπεμάκρυνε τοῦτο, καὶ οὐκ εἶχον εὐκόλως. ἐξ ἀνάγκης οὖν ἔγνωσαν ὅτι τῇ ἐπιούσῃ ἐξ ἀνάγκης μέλλουσι συνάψαι πόλεμον.

[←50]

Εκτός από Λαμπαδίας, δηλαδή Φωτιστής, ο κομήτης ονομαζόταν επίσης Ξιφίας, λόγω τής μορφής του σαν ξίφος. Βλέπε Zonaras, Epitome historiarum, επιμ. T. Buttner-Wobst, CSHB3: 195: ἐφάνη δὲ τότε καὶ κομήτης ἀστὴρ ὁ λεγόμενος ξιφίας.

[←51]

[Δούκας 16.3]Ἐν δὲ ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ὁπότε τὴν ἐαρινὴν ὥραν ὁ ἥλιος ἐποίει διιὼν τοὺς διδύμους, περὶ τὰ ἑσπέρια μέρη σημεῖον ἐφάνη ἐξ οὐρανοῦ καὶ προάγγελος κακῶν. τὸ δὲ ἦν κομήτης περιφανής, ὄρθιον ἔχων τὴν κόμην καὶ ὡς πῦρ φλογερόν, ὑπὲρ πήχεις τέτταρας ἀπὸ δύσεως ἐν ἑῴᾳ ὡς δόρυ κινῶν τὴν ἀκτῖνα. ὁπότε δ΄ ἄν ὁ ἥλιος ὑπὸ τὸν ὁρίζοντα δύνας ἦν, τότε καὶ αὐτὸς ἐξήπλου τὴν ἰδίαν ἀκτῖνα, καὶ κατηύγαζε πάντα τὰ γῆς πέρατα, καὶ οὐκ ἐδίδου τοῖς λοιποῖς ἀστράσιν ἐξαυγάζειν οὐδὲ τὸν ἀέρα μελανίζειν, ἀλλὰ μᾶλλον ὑπερεκτείνετο καὶ ἐν τῷ μεσουρανίσματι ὑπερεκκέχυτο ἡ φλόξ, ἕως ὑπὲρ τὸν ὁρίζοντα περιωρίζετο. τοῦτο τὸ σημεῖον ἐωράκασιν Ἰνδοί, Χαλδαῖοι, Αἰγύπτιοι, Φρύγες, Πέρσαι καὶ οἱ τὴν μικρὰν Ἀσίαν οἰκοῦντες, Θρᾶκαί τε καὶ Οὖννοι, Δαλμάται καὶ Ἰταλοὶ καὶ Ἱσπανοὶ καὶ Γερμανοὶ καὶ ἄλλο εἴ τι ἔθνος ἦν οἰκῶν ἐν τοῖς τοῦ Ὠκεανοῦ ρεύμασιν. ἔστη οὖν τὸ τοιοῦτον φρικωδέστατον τέρας ἁπανταχοῦ φαίνον καὶ λάμπον, ὅ καὶ λαμπαδίας καλεῖται, ἄχρι τῆς φθινοπωρινῆς ἰσημερίας, τοῦ ἡλίου ἐν τῷ ζυγῷ τὴν πορείαν ἀρξαμένου ποιεῖσθαι.

[←52]

[Δούκας 16.4] ἀλλ΄ ἐπανίωμεν αὖθις καὶ ἴδωμεν τὰ τοῦ θεοῦ ξένα τεράστια, πῶς τὸν Φαραὼ κατεπόντισε δι' ἑτέρου Φαραώ, καὶ πῶς ὁ τοῦ κυρίου λαὸς εὗρεν ἀνακωχὴν τῶν πολλῶν πόνων αὐτοῦ, ἀλλ' οὐκ εἶδεν οὐδὲ συνῆκε.

Ὁ Σκύθης οὖν διαλαλίας ἀφ’ ἑσπέρας ποιήσας ἐν παντὶ τῷ στρατοπέδῳ ὥστε πρωὶ εὑρεθῆναι τοὺς πάντας ἐποχουμένους καὶ περιφραγμένους τοῖς ὅπλοις. ἀναστὰς ἤδη ὄρθρου βαθέος παρετάξατο πάντας τοὺς ταγματάρχας καὶ χιλιάρχους, καὶ ἐν μὲν τῷ δεξιῷ κέρατι ἔστηκεν ἀρχηγὸν τὸν πρῶτον τῶν υἰῶν αὐτοῦ, ἐν δὲ τῷ ἀριστερῷ τὸν ἔκγονον αὐτοῦ (ἦν γὰρ ὑπὲρ τὰ ξ’ ἔτη ὁ Τεμύρ)· ἐν δὲ τῇ οὐραγίᾳ αὐτὸς ἐτέτακτο. τότε προσέταξεν αὐτοῖς λέγων

«ὦ ἐμὸν ἄθροισμα καὶ στρατὸς ἀκαταγώνιστος, φύσις ἀδαμάντινος καὶ στερρὸν τεῖχος καὶ γενεὰ δυσανάλωτος, ἠκούσατε τὰς ἐξ ἀρχῆς γεγονυίας παρὰ τῶν πατέρων ἡμῶν ἀριστείας, οὐκ ἐν τῇ ἐῴᾳ (καὶ γὰρ αὕτη ἡμετέρα πατρίς ἐστιν) ἀλλ' ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Λιβύῃ καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν ἐν πάσῃ τῇ γῇ. οἴδατε ἀκριβῶς τὴν Ξέρξου καὶ Ἀρταξέρξου καθ' Ἑλλήνων ἐπανάστασιν, Ἑλλήνων λέγω τῶν ἡμιθέων ἡρώων ἀνδρῶν· οὗτοι γὰρ οἱ μιξοβάρβαροι Τοῦρκοι ὡς ἀκρὶς πρὸς λέοντες ἐγγὺς ἐκείνων εἰκάζονται. οὐ γὰρ θαρρύνων ὑμᾶς ἀναμιμνήσκω ταῦτα. καὶ γὰρ ἤδη ἐν χερσὶν ἡμετέραις τὸ θήραμα. ἀλλὰ μὴ ἀποδρασάτω τὸ μορμολύκιον τοῦτο ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ἀγρευθήτω σῶον καὶ ὑγιές, ἵνα ἐν τῇ Περσικῇ γῇ ἀπαγαγόντες δείξωμεν αὐτὸ τοῖς τέκνοις ἡμῶν, καὶ παιδεύσωμεν αὐτὸν τοῦ μὴ ἀφορκίζειν ἡμᾶς κατὰ τῶν συζύγων ἡμῶν. βούλομαι τοίνυν τό ὁρώμενον τοῦτο μέγα χωρίον περικυκλωθῆναι, καὶ τό μὲν δεξιὸν κυκλοφορικῶς ἀγέσθω, ὁμοίως καὶ το ἀριστερόν· καὶ χαρακώσατε τὸ πεδίον ἅπαν, καὶ ὁ ἐχθρὸς ἐν μέσῳ ὡς κέντρον τοῦ πόλου εὑρεθήτω.»

τότε τὰ δύο κέρατα τό μὲν ἐκ δεξιῶν τὸ δὲ ἐξ εὐωνύμων ἤρξαντο κυκλεῖν τὸ περίγειον ἔτι πρωΐας οὔσης.

[←53]

Με άλλα λόγια, λιποτάκτησαν όλοι οι υποτελείς τού Βαγιαζήτ Α’ εμίρηδες τής Ανατολίας.

[←54]

Πρόκειται για αναφορά στον μύθο τού Αισώπου για τη μαδημένη καλιακούδα:

«Ο αετός όρμησε από ψηλό βράχο και άρπαξε ένα αρνί. Τον είδε μια καλιακούδα και ζήλεψε. Θέλησε λοιπόν να κάνει το ίδιο και όρμησε με πολλή φόρα σε ένα κριάρι. Μπλέχτηκαν τα νύχια τής καλιακούδας στο μαλλί τού κριαριού, δεν μπορούσε να φύγει και αγωνιζόταν απεγνωσμένα να πετάξει. Βλέπει την καλιακούδα ο βοσκός, την πιάνει και τής κόβει τα φτερά. Όταν βράδιασε, την έφερε στα παιδιά του στο σπίτι. Τα παιδιά ρωτούν: “Τι πουλί είναι αυτό, μπαμπά;” Τούς απάντησε: “Σύμφωνα με τη δική μου γνώση, είναι καλιακούδα. Σύμφωνα όμως με το δικό του μυαλό, είναι αετός”».

(Ἀετὸς καταπτὰς ἀπό τινος ὑψηλῆς πέτρας ἄρνα ἥρπασε· κολοιὸς δὲ τοῦτο θεασάμενος διὰ ζῆλον τοῦτον μιμήσασθαι ἠθέλησε· καὶ δὴ καθεὶς ἑαυτὸν μετὰ πολλοῦ ῥοίζου ἐπὶ κριὸν ἠνέχθη. Ἐμπαρέντων δὲ αὐτοῦ τῶν ὀνύχων τοῖς μαλλοῖς, ἐξαρθῆναι μὴ δυνάμενος ἐπτερύσσετο, ἕως ὁ ποιμήν, τὸ γεγονὸς αἰσθόμενος, προσδραμὼν συνέλαβεν αὐτὸν καὶ περικόψας αὐτοῦ τὰ ὀξύπτερα, ὡς ἑσπέρα κατέλαβε, τοῖς ἑαυτοῦ παισὶν ἐκόμισε. Τῶν δὲ πυνθανομένων τί εἴη τὸ ὄρνεον, ἔφη· «Ὡς μὲν ἐγὼ σαφῶς οἶδα, κολοιός, ὡς δὲ αὐτὸς βούλεται, ἀετός.»)

[←55]

[Δούκας 16.5] ὁ δὲ Παγιαζὴτ ἡλίου ἀνατέλλοντος καὶ αὐτὸς τοὺς λεγεῶνας συντάξας καὶ τό ἐνυάλιον ἠχήσας, ἵστατο ἐκδεξόμενος ἀφετηρίας παρὰ τοῖς Σκύθαις. οἱ δὲ ἔπραττον τὰ προσταχθέντα ἄνευ φωνῆς καὶ ἀλαλαγμοῦ ἤ τοῦ τυχόντος ἤχου, ἐργαζόμενοι ὠς ἄοκνοι μύρμηκες. ἤρξατο οὖν ὁ Παγιαζὴτ ἀδολεσχῶν, καὶ ὑβρίζων τοὺς μεγιστᾶνας αὐτοῦ, καὶ τοὺς τζιαβούσιδας ὑποβιβάζων καὶ δέρων, ὡς οὐ καλῶς τὸν πόλεμον ἀντιτίθενται. εἷς δὲ τῶν ὑπερεχόντων ἀπὸ τοῦ βάνδου τοῦ Ἀτήν, ἐνωτισθεὶς ὡς ὁ κύριος αύτοῦ ὁ Ἀτὴν σὺν τῷ ἀδελφῷ κατὰ πρόσωπον εἰστήκει, ἀφεὶς ὅλας τὰς ἡνίας καὶ λαβὼν τὸ βάνδον σὺν πεντακοσίοις ὁπλίταις αὐτόμολος εἰς τοὺς ἐναντίους ἔδραμεν. οἱ δὲ τοῦ Σαρχὰν καὶ αὐτοὶ τὰ ὅμοια ἔπραττον. ὁμοίως καὶ οἱ τοῦ Μανταχία καὶ τον Καρμιάν, ὁρῶντες τοὺς ἡγεμόνας αὐτῶν κράζοντας καὶ σημειοῦντας, εἰς αὐτοὺς ἅπαντες ἔφευγον καὶ πρὸς τοὺς ὑπεναντίους ἐχώρουν. ὁ δὲ Παγιαζὴτ ὡς κολοιὸς κατ΄ ὀλίγον ἐψιλοῦτο, ὁ χορὸς δὲ τῶν Σκυθῶν ἐκυκλοῦτο, καὶ σφαῖρα ὡς ἄρτι ἐγένετο.

[←56]

[Δούκας 16.6] ἰδὼν δὲ Στέφανος ὁ τοῦ Λαζάρου υἱὸς καὶ γυναικαδελφὸς τοῦ Παγιαζήτ, ἔτι συνὼν αὐτῷ σὺν πεντακισχιλίοις ἀνδράσι Σέρβοις δορυφόροις καὶ μὴ φέρων τὴν ἦτταν, ἀρεϊκῷ θυμῷ πρὸς τοὺς Σκύθας χωρεῖ, στήσαντες τὰ δόρατα πάντα κατὰ πρόσωπον τῶν Σκυθῶν. οἱ δὲ Σκύθαι ἰδόντες τὴν τόλμαν πλήρη θυμοῦ, ἀνοίξαντες θύραν ἔδωκαν αὐτοῖς διέξοδον. οἱ δὲ Σκύθαι ἐξόπισθεν ἔβαλλον βέλεσι τοὺς στρατιώτας ἐν τοῖς ὀπισθίοις τῶν ἵππων · τοὺς γὰρ ἐπιβάτας οὐκ εἶχον ἀδικῆσαί τε περιφραγμένους ὄντας μέλανι σιδήρῳ. οἱ Σέρβοι πάλιν ἐπαναστραφέντες, καὶ πάλιν θύραν ἀνοίξαντες οἱ Σκύθαι ἔδωκαν αὐτοῖς εἴσοδον, πλὴν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἔπεσον οὐκ ὀλίγοι. πλησιάσας δὲ ὁ Στέφανος τῷ Παγιαζήτ, καὶ εἰπὼν εἰς τὸ οὖς ἱκανὰ ῥήματα, οὐκ ἐποίησεν αὐτὸν καταπειθὴ τοῦ ἀποδρᾶσαι· ἤδη γὰρ περιεκύκλωσαν αὐτὸν κύνες πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον αὐτόν. ὁ δὲ Στέφανος ὁρῶν τὰ γενόμενα καὶ προβλέπων τὰ μετ΄ ὀλίγον ἐσόμενα, τοὺς ἰδίους λαβὼν καὶ τὸν πρῶτον υἱὸν τοῦ Παγιαζὴτ τὸν λεγόμενον Μουσουλμάν, κρούσας ἐν μέσῳ πάλιν τῶν ὑπεναντίων καὶ σὺν δυνάμει πολλῇ ἀραιώσας αὐτούς, καὶ ἀποβαλὼν πολλοὺς καὶ αὐτὸς κατασφάξας πλείστους, μόλις ἐξῄει τὰς ἐνέδρας. ἦσαν γὰρ οἱ Σκύθαι πεπυκνωμένοι, ἀπὸ τοῦ πρώτου κύκλου εἰς τὸ ναστὸν καταντήσαντες. ὁ δὲ Στέφανος τὴν πρὸς Προῦσαν ἀπάγουσαν φεύγων ἦν, καὶ ὁ Μουσουλμὰν σὺν αὐτῷ.

[←57]

Γενί τσερί, «τα νέα στρατεύματα». Ο Ορχάν (1326-1360) οργάνωσε τούς γιαγιά, οι οποίοι ήσαν η εκ νέου στρατολόγηση μιας δύναμης πεζικού που αργότερα αποτέλεσε τη βάση τού σώματος των Γενιτσάρων. Ο Ορχάν εισήγαγε επίσης το λευκό κάλυμμα κεφαλής από τσόχα με ένα πτερύγιο που κρεμόταν στο πίσω μέρος ως χαρακτηριστικό κάλυμμα κεφαλής για τούς γενίτσαρους. Ο Μουράτ Α' (1860-1389) ενίσχυσε το πεζικό με αιχμαλώτους πολέμου, το ένα πέμπτο των οποίων, σύμφωνα με τον ισλαμικό νόμο, ανήκε στον σουλτάνο ως προσωπική του περιουσία. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο στη μετατροπή των γενί τσερί σε στρατό σκλάβων. Κατά τη βασιλεία τού Μουράτ Β' (1421-1451), το ντεβσιρμέ (παιδομάζωμα), η πρακτική τού φόρου υποτέλειας σε νέους, έγινε αποδεκτό (περί το 1438), αν και η προέλευσή του βρίσκεται στα γκούλαμ των Σελτζούκων περί τα τέλη τού 11ου αιώνα, όταν προσήλυτοι σκλάβοι χρησιμοποιούνταν στους στρατούς, τη γραφειοκρατία και τις αυλές των μουσουλμανικών κρατών τής Ανατολίας. Ανά τακτά διαστήματα αγόρια μεταξύ δέκα και δεκαπέντε ετών επιλέγονταν από χριστιανικές οικογένειες στα Βαλκάνια και ασπάζονταν το Ισλάμ. Μόλις αφομοίωναν τη μουσουλμανική διδασκαλία και την τουρκική γλώσσα και πολιτισμό, τούς περίμενε λαμπρή σταδιοδρομία ως γενίτσαροι και τα ανώτατα αξιώματα τής αυτοκρατορίας ήσαν ανοιχτά σε αυτούς. Έτσι οι χριστιανοί που ασπάστηκαν το Ισλάμ υπηρετώντας την Υψηλή Πύλη ως στρατηγοί, ναύαρχοι, πολιτικοί, ακόμη και ως μεγάλοι βεζίρηδες, σταδιακά έδιωξαν τους παλαιότερους Οθωμανούς ευγενείς από την πολιτική ζωή. Οι γενίτσαροι, εξάλλου, αντιπροσώπευαν τη μοναδική οργανωμένη συνιστώσα τού τουρκικού στρατού.

[←58]

[Δούκας 16.7] οἱ δὲ Σκύθαι πάντας τούς Τούρκους, ὅσοι φεύγοντες ἦσαν, ἅπαντας ἀφειδῶς κατέτεμον, ἕως οὗ ὁ Παγιαζὴτ ἀνελθὼν ἐν μέσῳ τοῦ κάμπου δι’ ἄκραν στενοχωρίαν ἐν βουνῷ τινί, ἔχων περιλειπομένους ὡς δέκα χιλιάδας ἀργυρωνήτους σὺν αὐτῷ δούλους αὐτοῦ, τοὺς οὕς καλοῦσι Γενητζάριδας· τὸ δὲ λοιπὸν ἅπαν χύδην ᾤχετο. οἱ δὲ Σκύθαι διώκοντες τοὺς Τούρκους, ὡς ἴδον τὸν Παγιαζὴτ ἐν μέσῳ τῶν ἀρκύων ἤδη ὡς λάβρακα σπαίροντα, διαλαλίας γενομένης

μηδεὶς φονεῦσαί τινα,

γυμνοὺς ποιοῦντες ἀφίεσαν. νόμος γάρ ἐστιν οὗτος ἄνωθεν ἐκ διαδοχῆς ἀεὶ πρὸς τοὺς ἀπογόνους κατιὼν ἀκήρατος, οὐ μόνον Ῥωμαίοις ἀλλὰ καὶ Πέρσαις καὶ Τριβαλλοῖς καὶ Σκύθαις διὰ τὴν ταυτότητα τῆς πίστεως, τὰ μὲν πράγματα μόνα σκυλεύειν, τα δὲ σώματα μὴ ἀνδραποδίζεσθαι, μηδὲ φονεύειν ἔξω τῆς πολεμικῆς παρατάξεως μηδένα.

[←59]

[Δούκας 16.8] τότε οἱ τοῦ Παγιαζὴτ δοῦλοι ὡς λέοντες ἀντέπιπτον τοῖς Σκύθαις· οἱ δὲ Σκύθαι διὰ τὴν ὑπὲρ περισσοῦ αὐτῶν σύνταξιν ἀντικαθίσταντο τοῖς Τούρκοις· τί γὰρ εἶχον ποιῆσαι δέκα πρὸς ἑκατὸν Σκύθας; πλὴν πάντες ἐσφάγησαν, καὶ τόσον κατηντήκει τὰ τοῦ Παγιαζὴτ δυστυχήματα ὡς πλησιάσαι τοὺς Σκύθας καὶ εἰπεῖν αὐτῷ

«κατάβηθι τοῦ ἵππου, κύριε Παγιαζήτ, καὶ δεῦρο· καλεῖ σε Τεμὺρ χάν.»

τότε καὶ μὴ θέλων κατέβη τοῦ ἵππου· ἦν γὰρ ὁ ἵππος Ἀραβικῆς πολλοῦ τιμήματος ἄξιος· οἱ δὲ ἔστρωσαν ἱππάριον σμικρόν, καὶ καθίσαντες αὐτὸν ἐπάνω πρὸς τὸν Τεμὺρ χὰν ἀπήγαγον.

[←60]

[Δούκας 16.9] ὁ δ’ αὐτὸς ἐνωτισθεὶς ὅτι Παγιαζὴτ ἐν χερσὶν ἦν, κελεύσας πῆξαι σκηνήν, ἐκάθητο μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἔνδον τῆς σκηνῆς παίζων ζατρίκιον, ὅ οἱ Πέρσαι σαντράτζ καλοῦσιν, οἱ δὲ Λατῖνοι σκάκον, δηλῶν ἐν αὐτῷ ὡς

«οὐκέτι μοι φροντὶς ἦν περὶ τῆς τοῦ Παγιαζὴτ θηρεύσεως· εἶχον γὰρ αὐτὸν διὰ τῆς ἀναριθμήτου μου δυνάμεως ὡς στρουθίον ἐν παγίδι.»

πλὴν τὸ ἀληθὲς ἦν ὑποκρίνων τὴν ἀλήθειαν· καὶ γὰρ εἰ καὶ ἐπὶ διπλασίονα ἐχώρει τὰ τούτου στρατεύματα, ἀλλὰ καὶ μεγάλη φροντὶς καὶ κότος συνεῖχεν αὐτῷ, ἕως οὗ τὰ τῆς τύχης ἴδεν εὐμαρῶς εἰς αὐτὸν διαρρέοντα. τότε καὶ ἐτεχνάζετο καὶ εἰς μύθους ἐχώρει, καὶ τῆς αὐτοῦ ἀνδραγαθίας ἐμέτρει τὰ τῆς τύχης δωρήματα.

[←61]

Λογοπαίγνιο ανάμεσα στο παιχνίδι τού σκακιού και τούς μεγάλους κινδύνους τής πραγματικότητας. Ο όρος ρουά ματ προέρχεται από το αραβικό σαχ ματ, που σημαίνει ότι ο βασιλιάς βρίσκεται σε απόλυτη αμηχανία ή είναι νεκρός. Ο Βαγιαζήτ είχε ηττηθεί ολοκληρωτικά και καθώς στεκόταν στην είσοδο τής σκηνής περιμένοντας να έχει ο Τιμούρ, ο κατακτητής του, την ευχαρίστηση να ασχοληθεί μαζί του, ο γιος τού τελευταίου αναφώνησε «Σαχ Ρουχ!», με άλλα λόγια ο βασιλιάς Βαγιαζήτ είχε γίνει ματ.

[←62]

[Δούκας 16.10] ἀπαγαγόντες οὖν αὐτὸν καὶ ἐν τῇ πύλῃ τῆς σκηνῆς στήσαντες ὄρθιον ἦραν φωνήν, εὐφημοῦντες τὸν Τεμὺρ χάν, καὶ σὺν τῇ εὐφημίᾳ καὶ τὸ τοῦ Παγιαζὴτ ὄνομα ἐπὶ χείλεσιν,

«ἰδού», λέγοντες, «καὶ ὁ τῶν Τούρκων ἀρχηγὸς παρεστήκει σοι δέσμιος.»

ὁ δὲ Τεμὺρ ἀσχολούμενος ἐπὶ τῇ μελέτῃ τῶν σκάκων οὐκ ἀνέθορε πρὸς τοὺς εὐφημοῦντας αὐτόν, τότε πάλιν γεγωνοτέρᾳ φωνῇ εὐφήμουν οἱ παρεστηκότες, καὶ τὸ τοῦ Παγιαζὴτ ὄνομα ἐκ δευτέρου ἀνήγγειλαν. τότε καὶ ὁ Τεμὺρ ἠττηθεὶς ἐν τῷ τοῦ σκάκου παιγνίῳ παρὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, δοὺς αὐτῷ Περσιστὶ σιαχρούχ, ὅ λέγεται παρ' Ἰταλοῖς σκάκω ζόγκω, ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἔκτοτε Σιαχρούχ, ἤγουν τοῦ υϊοῦ αὐτοῦ. ἀτενίσας οὖν καὶ ἰδὼν τὴν φάλαγγα καὶ τὸν Παγιαζὴτ ἐν μέσῳ ὡς κακοῦργον, ἠρώτησεν αὐτοὺς λέγων

«οὗτός ἐστιν ὁ πρὸ μικροῦ διαζευγνύων τὰς ἡμετέρας γυναῖκας, εἰ μὴ ἀντιπαραταξόμεθα;»

ὁ δὲ Παγιαζὴτ ἀντιλαβὼν τὴν ἀπόκρισιν ἔφη

«ἐγώ εἰμι· οὐδὲ γὰρ σὲ τοσοῦτον καταφρονεῖν τοὺς πεπτωκότας· ἀλλ' ἴσθι καὶ αὐτὸς ἀρχηγὸς ὤν φυλάττειν σε τοὺς ὅρους τῆς ἡγεμονίας.»

τότε ὁ Τεμὺρ αἰσθόμενος τὴν εἰς ὑπερβολὴν χολώδη ὑπέκκαυσιν αὐτοῦ (ἦν γὰρ ἀπὸ πρωΐ ἕως δείλης νῆστις, καὶ ὑπὸ τοῦ καύσωνος τοῦ δριμυτάτου καὶ τῆς ἀχλύος κατάξηρος) σταθεὶς ὄρθιος ἐκέλευσε καθίσαι τῷ Παγιαζὴτ ἀντικρὺ τούτου. καὶ ψυχαγωγήσας καὶ παρηγορήσας διὰ λόγων ἐκέλευσε πῆξαι σκηνὰς τρεῖς, ἤγουν τέντας ἐντίμους, εἰπὼν αὐτῷ

«ὕπαγε, ἀναπαύσθητι, καὶ μὴ λογίζου πράττειν εἰς σὲ ἅ σὺ εἰς ἄλλους πέπραχας. ὄμνυμί σοι θεὸν καὶ τὸν αὐτοῦ προφήτην, ὡς οὐκ ἄλλος χωρίσει τὴν ψυχήν σου ἐκ τοῦ σώματος αὐτῆς, εἰ μὴ θεὸς ὁ ἑνώσας αὐτήν.»

τότε ὁ Παγιαζὴτ εἰσελθὼν ἐν ταῖς σκηναῖς ἅς ὁ Τεμὺρ ἐδωρήσατο, ἐκέλευσεν ὁ Τεμὺρ τάφρον ὀρύξαι γύρωθεν τῶν σκηνῶν, καὶ κύκλῳ τῶν σκηνῶν φυλάττειν χιλίους ὁπλίτας Πέρσας, ἐκτὸς δὲ τῆς τάφρου πεντακισχιλίους εὐζώνους ἐκ τῶν οἰκιακῶν, καθ' ἑκάστην νύχτα τε καὶ ἡμέραν ἐναλλάσων αὐτούς.

[←63]

[Δούκας 16.11] ἐποίησεν οὖν ἡμέρας ὀκτὼ ἐν αὐτῷ τῷ πεδίῳ ὅπου ὁ πόλεμος ἐγένετο, καὶ ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις διεσκεδάσθη τὸ Περσικὸν στράτευμα ἀπὸ Γαλατίας εἰς Φρυγίαν, Βιθυνίαν, Παφλαγονίαν, Ἀσίαν μικράν, Καρίαν, Λυκίαν καὶ Παμφυλίαν, ὥστε ἐν πάσῃ ἐπαρχίᾳ καὶ πόλει δοκεῖν εἶναι ἅπαν τὸ στράτευμα τοῦ Τεμὺρ καὶ αὐτὸν τὸν Τεμύρ· ἐν αὐταῖς ταῖς ὀκτὼ ἡμέραις ὑπερεχύθη καὶ ἐπλημμύρησεν. ὁ δὲ Τεμὺρ λαβὼν πλοῦτον καὶ αἰχμαλωσίαν πολλὴν ἐξ Ἀγκύρας, καὶ τοὺς συναντῶντας φλέγων καὶ καταναλίσκων, ἦλθεν εἰς Κοτύαιον μητρόπολιν τῆς Φρυγίας, ἔχων σὺν αὐτῷ καὶ τὸν Παγιαζήτ, καλῶς περιπεφραγμένον τῷ τρόπῳ ᾧ προλαβόντες εἰρήκαμεν.

[←64]

Ο Σουλεϊμάν Α’, τον οποίο ο Δούκας αποκαλεί Μουσουλμάν (βασ. 1408-1411), ο Ισά (πεθ. 1406), ο Μεχμέτ Α’ (βασ. 1413-1421) και ο Μούσα (βασ. 1411-1413). Στους εμφύλιους πολέμους που ακολούθησαν, ο Σουλεϊμάν ηττήθηκε από τον Μούσα το 1411 και ο Μούσα από τον Μεχμέτ το 1413.

[←65]

[Δούκας 16.12] πλὴν ἐγεγόνει ἐν Ἀγκύρᾳ τι ὅπερ ἐστὶ μνήμης ἄξιον. ἔτι ὄντος τοῦ Παγιαζὴτ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πολέμου ἦσαν σὺν αὐτῷ τέσσαρες τῶν υἱῶν αὐτοῦ, πρῶτος ὁ Μουσουλμάν, ὁ μετὰ τοῦτον Ἐσσὲς καὶ τρίτος ὁ Μεχεμὲτ καὶ τέταρτος ὁ Μωσῆς. εἶχε δὲ καὶ ἐν τῷ οἴκῳ δύο, Μουσταφᾶν καὶ Ὀρχάν, ἔτι νήπια ὄντα. εἶχε δὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Γαλατίας κληρωθεῖσαν τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ὁ Μεχεμὲτ ὁ τρίτος. ὡς οὖν ἴδε κἀκεῖνος τὸν πατέρα ἔτι ἐν χερσὶ τῶν Σκυθῶν ὡς ἐν ὀλίγῳ ἐσόμενον, ἀπέδρα καὶ αὐτὸς σὺν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ, καὶ ἦν ἐν ὄρεσι φυγαδεύων καὶ καραδοκῶν τὸ μέλλον. εὑρὼν οὖν τεχνίτας ὀρύκτας ἐπιτηδείους εἰς ἄγαν, καὶ κατελθὼν διὰ τῆς νυκτὸς ὤρυξαν τὴν τάφρον, καὶ ἕως τὸ μέσον αὐτῶν σκηνῶν καταντήσαντες, εἶχον γὰρ τελισιουργήσαντες τὸ πανούργημα, εἰ μὴ θεία τις δύναμις ἐκώλυσε τοῦ μὴ ἐλευθερωθῆναι τὸν ἀλάστορα. καὶ δὴ πρωΐας οὔσης (ἦν γὰρ ὑπὸ γῆν κρυπτόμενος ὁ ἥλιος ἐννέα που ὥρας ἐν τῷ λέοντι βαδίζων) ἦλθεν ἡ παράταξις ἡ νέα, καὶ ἰδὼν τὰ χώματα τῆς ὀπῆς ἐβόησαν, καὶ ἐγερθέντες οἱ φυλάσσοντες τὴν νύκτα ἀνεβόησαν, καὶ θόρυβος μέγας ἐγεγόνει παντὶ τῷ στρατῷ. καὶ εἰσπηδήσαντες εὗρον τὸν Παγιαζὴτ ἱστάμενον ἐν μέσῳ τῆς τέντας, καὶ τὸν Χοτζιαφεροὺζ τὸν ἀρχιευνοῦχον αὐτοῦ· ἦν γὰρ οὗτος ὁμοῦ ἑαλωκὼς σὺν αὐτῷ. οἱ δ' ὀρύκται ἔφυγον, καὶ σὺν αὐτοῖς ὁ Μεχεμέτ. πρωΐας δὲ παραστὰς τῷ Τεμὺρ καὶ λοιδορήσας αὐτὸν καὶ λόγους ἐπαπειλητικοὺς εἰπὼν αὐτῷ κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, προσταξας ἀπεκεφάλισαν τὸν Χοτζιαφερούζ. ἔκτοτε οὖν ἐγένετο μεγάλη φυλακὴ εἰς αὐτὸν καὶ σιδηροῖ κλοιοὶ καὶ χειροπέδες διὰ τῆς νυκτός· τῇ δὲ ἡμέρᾳ μόνον συχνοὶ στρατιῶται οὐ διέλειπον φυλάσσοντες.

[←66]

[Δούκας 17.1] Ἀπάρας δὲ ἀπὸ τοῦ Κοτυαίου, φθείρας, αἰχμαλωτεύσας, λαβὼν πάντα θησαυρὸν τὸν εὑρισκόμενον σὺν βασάνοις καὶ τιμωρίαις πλείσταις, καίων, κρεμάζων, ζωντοθάπτους δεικνύων τοὺς ἀνθρώπους, καὶ πᾶσαν ἄλλην τιμωρίαν ποιῶν, ἦλθεν εἰς Προῦσαν· καὶ ἀνοίξας τοὺς θησαυροὺς ἐξήντλει τὰ παρὰ τῶν Ῥωμαίων κερδηθέντα κειμήλια χρυσᾶ ἀργύρεα, λίθους τιμίους, μαργαρίτας δίκην κόκκων σίτου μετρουμένους ἐν χοίνικι. εὗρεν οὖν ἐκεῖ καὶ τὰς γυναῖκας αὐτοῦ καὶ τὰς παλλακάς, καὶ σὺν αὐταῖς τὴν θυγατέρα Λαζάρου. καὶ λαβὼν πάντα τὰ τῆς Προύσης, Νικαίας, Νικομηδίας καὶ τῶν πέριξ πόλεων τοὺς ἀκενώτους θησαυρούς, εἰς Φρυγίαν τὴν κάτω ἀφίκετο. καὶ πορθήσας ἅπαντα πολίχνιά τε καὶ πόλεις ἦλθεν εἰς Ἀσίαν. καὶ διαβὰς Ἀδραμύντιον καὶ Ἀσσὸν ἦλθεν εἰς Πέργαμον, κἀκεῖ ποιήσας ἡμέρας, καὶ ἀθροίσας τῶν πέριξ πόλεων τοὺς θησαυρούς, καὶ αἰχμαλωτίσας νέους καὶ παιδίσκας, καὶ κολάσας καὶ τιμωρήσας πάντας Τούρκους τε καὶ Ῥωμαίους, πυρικαύστους καὶ ἐγκλείστους ὑπὸ ἀσιτίας λιμοκτονήσας ἕνεκα χρυσοῦ καὶ ἀργυρίου, πάντα πλοῦτον σωρεύσας ἦλθεν εἰς Μαγνησίαν τὴν ἐν Σιπύλῳ κειμένην. κἀκεῖ συναθροίσας πάντα τὰ τῆς Λυδίας χρύσεά τε καὶ ἀργυρᾶ κειμήλια, καὶ πάντα τὸν ἐν ταῖς Σάρδεις καὶ Φιλαδελφείᾳ καὶ Ἀττάλῳ σωρεύσας πλοῦτον, ἦλθεν εἰς Σμύρναν.

[←67]

[Δούκας 17.2] κἀκεῖ τεντώσας ἐν τῷ πολιχνίῳ τῶν φρερίων, ὅ ἀνήγειραν ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ προρρηθέντος Ὀμοῦρ, ἐζήτει τοῦτο παρ' αὐτῶν. ὡς δὲ ἀντέλεγον οἱ φρέριοι, ἦσαν γὰρ πλεῖστοι ἄνδρες τε καὶ γυναῖκες προσφυγόντες ἐν τῷ φρουρίῳ, Ἐφέσιοι Θύραιοι Νύμφαιοι καὶ ἀπὸ ἄλλων πόλεων Χριστιανοί, θαρροῦντες ὡς οὐ κυριευθήσεται παρά τινος. καὶ γὰρ ὁ Παγιαζὴτ κατ’ ἔτος ἐπολέμει, καὶ οὐ διέλιπεν ἀσφαλῶς τὰς διεξόδους τηρῶν, ὅπως ὑπὸ τοῦ λιμοῦ ἐγκρατὴς γένηται τοῦ πολιχνιου· ὑπὸ γὰρ πολέμου οὐδὲν ἤνυεν. τότε ὁ Τεμὺρ εἰς νοῦν λαβὼν φράττει τὸ τοῦ λιμένος στόμα, διαλαλίας ποιήσας ἀφ' ἑσπέρας ἵνα τὸ πρωΐ ὁ κάθεὶς τῶν στρατιωτῶν ἀνὰ λίθον ἄρας ῥίψῃ ἐν τῷ στόματι τοῦ λιμένος· ὅ καὶ γέγονεν. ὁρῶντες δὲ οἱ τοῦ κάστρου ἐδειλίασαν· καὶ εἰ μὴ ἥλκυσαν τὰς τριήρεις καὶ τὰ πλοῖα ἔξω τοῦ λιμένος ἐν τῷ πελάγει τῇ πρώτῃ ὥρᾳ τῆς ἡμέρας, ἐτεφρώθησαν ἄν παρὰ τῶν Σκυθῶν. ἀρξάμενοι δὲ πρωΐ ἄχρι τῆς πρώτης ὥρας ἐποίησαν τὴν ὑγρὰν ξηράν· οὐδὲ τὸ δέκατον, τί λέγω δέκατον; οὐδὲ τὸ ἑκατοστὸν ὑπούργησεν τὸ τῆς διαλαλίας πρόσταγμα.

[←68]

[Δούκας 17.3] ποῦ γὰρ ἦν ὁ πᾶς ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ τότε; καθὼς ἔφημεν, περικυκλώσαντες τὴν ἅπασαν, ἄλλην ἐξ ἄλλης, πρὶν ἀκουσθῆναι, καταλαμβάνοντες γῆν, καὶ τριῶν διὰ μιᾶς ἡμέρας πολλάκις, δίκην πτηνῶν αἰθερίων περιτρέχοντες οἰκουμένην, μηδὲν μὲν ἐπαγόμενοι, πάντα δ' οὖν ἔχοντες ὅσα πρὸς τὸ ῥᾳδίως νικᾶν ἐφόδια κράτιστα. εἶναι γὰρ ταυτὶ τό τε κατὰ πλῆθος ἐξιέναι μικροῦ καὶ ἀριθμὸν ὑπερβαῖνον, τό τε τῆς κινήσεως εὔστροφον καὶ ὀξύτατον, καὶ ὅ τούτων μεῖζον, τὸ τελέως ἀφειδεῖν ἑαυτῶν καὶ κατὰ πρόσωπον δίκην ἀγρίων θηρῶν ἀπαντᾶν εἰς τὰς μάχας.

[←69]

Βαΐλος ήταν ο τίτλος τού επικεφαλής άρχοντα μιας ενετικής αποικίας στο Βυζάντιο, εδώ τού μεγάλου μάγιστρου των Ιωαννιτὠν Ιπποτών. Ο τίτλος τού κυβερνήτη γενουάτικης αποικίας ήταν ποντεστά.

[←70]

[Δούκας 17.4] διαβάντες τοίνυν τὸ στόμα τοῦ λιμένος καὶ παραστάντες τὴν τάφρον, οἱ μὲν φρέριοι διὰ τῶν βελῶν ἀνδρείως ἐμάχοντο ἐκ τῶν προμαχώνων, καὶ δίκην ἀκρίδων κατακοπτομένων ὑπὸ στρουθῶν ἐν τῇ τάφρῳ ἐνέπιπτον, καὶ ἡ τάφρος ὑψοῦτο τοῖς σώμασι τῶν Σκυθῶν, καὶ οἱ Σκύθαι ὡς αἱ κεφαλαὶ τῆς ὕδρας ἐφύοντο. πληρωθείσης οὖν τῆς τάφρου τῶν σωμάτων, οἱ περιλειπόμενοι ὑπὲρ μέτρον Σκύθαι πατήσαντες τὰ τεθνηκότα τῶν σωμάτων καὶ κλίμακας ἐπιθέντες ἀνέβαινον, οἱ μὲν ἄνω, οἱ δὲ τὴν πρὸς Ἅδην φέρουσαν κάθοδον, μὴ φροντίζων ὁ ζῶν διὰ τὸν τεθνηκότα εἰ πατήρ ἐστιν ἤ υἱὸς γνήσιος· ἀλλὰ τὸ σπουδαζόμενον ἕν ἦν ἐν ταῖς τῶν ἁπάντων ψυχαῖς, τίς πρῶτος ἀναβαίνειν καὶ τὸ σκῆπτρον θεῖναι ἐν τῷ πύργῳ. τότε ἐκ πάντων τῶν μερῶν ἀναβάντες καὶ τοὺς φρερίους εἰς τὸ ἐνδότερον καταδιώξαντες, φυγῇ τὴν σωτηρίαν ἐπιμελοῦντο, τὰς δὲ τριήρεις ἐγγὺς τῆς ἀκροπόλεως ἑλκύσαντες φύρδην καὶ ἀτάκτως εἰσήρχοντο, ἔχοντες τὸν Μπαίουλον αὐτὸν ὁμοῦ καὶ τοὺς λοιποὺς φρερίους. οἱ δὲ ἐλθόντες τοῦ φυλαχθῆναι ἐκ τῶν ἐκτὸς Χριστιανοὶ ἅπαντες σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις, οἱ μὲν ἐν τῇ θαλάσσῃ, οἱ δὲ κρατοῦντες τὰ πηδάλια τῶν τριήρεων, οἱ δὲ τὰς κώπας, ἄλλοι τὰ τῆς πρώρας καλώδια καὶ τὰς ἀγκύρας, ἐβόων πρὸς τοὺς ἐπιβάτας

αὐτοὶ δὲ σὺν ῥοπάλοις κρούσαντες εἰς χεῖρας τὰς ἀπῃωρημένας, καὶ πτερώσαντες τὰ ἰστία, ἀφέντες αὐτοὺς ἡμιθανεῖς ἔπλεον. οἱ δὲ Σκύθαι παραλαβόντες καὶ τὴν ἀκρόπολιν, καὶ εἰς ἕν ἀθροίσαντες τὴν αἰχμαλωσίαν (ἦσαν γὰρ σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις ὑπὲρ τοὺς χιλίους) καὶ ἀπαγαγόντες αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Τεμύρ, ἐκέλευσε πάντας ξίφει τὰς κεφαλὰς ἀποτμηθῆναι· καὶ οἰκοδομήσας πύργον ἕνα, μίαν πέτραν ἐνθεὶς καὶ μίαν κεφαλὴν συναρμόσας, ὥστε τὸ πρόσωπον ἵστασθαι καθ' εἰρμόν· καὶ ἐν τῇ ἑτέρᾳ τάξει, ὅπου ἡ πέτρα ἦν, ἐπάνω ταύτης κεφαλή, καὶ ὅπου κεφαλὴ ἦν, ἐπάνω ταύτης πέτρα, καὶ τα πρόσωπα πάντα φαινόμενα περί τὴν ἔξω ἐμφάνειαν. καὶ ἦν ἰδεῖν ξένον τέρας καὶ ἀπάνθρωπον ἐπινόημα.

[←71]

Άρχοντας τής Λέσβου και τής Μυτιλήνης ήταν ο γιος τού Φραντσέσκο, ο Τζάκοπο (1401-1427), αλλά αντιβασιλέας και κυβερνήτης τού νησιού από το 1401 έως το 1409 ήταν ο Νικολό Α’ Γκατελούζο, αδελφός τού Φραντσέσκο.

[←72]

[Δούκας 17.5] αἱ δὲ Φώκαιαι ἔστειλαν πρέσβεις πρὸ τοῦ ἐλθεῖν αὐτὸν ἐν τοῖς μέρεσι τῆς Ἰωνίας, καὶ προσεκύνησαν σὺν δώροις πλείστοις· καὶ αὐτὸς ὑπεδέξατο, καὶ εἰρήνην σὺν αὐτοῖς ἐσπείσατο. ἦν γὰρ ἡ μία τῶν Γενουιτῶν, ἡ καὶ νέα καλουμένη· ἡ δὲ ἑτέρα ὑπὸ τὸν ἡγεμόνα τῆς Μιτυλήνης ἀνέκειτο, ἡ καὶ παλαιὰ καλουμένη. ὁ δὲ Τεμὺρ ἐλθὼν ἐν τῇ Σμύρνῃ καὶ πολεμίζων αὐτὴν ἔστειλε τὸν υἱωνὸν αὐτοῦ ἱστορήσων τὰς Φωκαίας. καὶ τοῦτο μαθὼν ὁ τῆς Λέσβου ἡγεμών, ἐμβὰς ἐν τριήρει ἦλθεν εἰς Φωκαίας, καὶ ἐξελθὼν ἔξω τῆς πόλεως καὶ φιλοξενήσας ὡς ἐχρῆν τὸν υἱωνὸν τοῦ Τεμύρ, φαγόντες καὶ πιόντες καὶ εὐφρανθέντες ὁμοῦ, σὺν δώροις πλείστοις ἀπέπεμψεν. ὁ δὲ τοῦ Τεμὺρ ἔκγονος δοὺς αὐτῷ σκῆπτρον σημεῖον ἀγάπης, καὶ ἀσπασάμενοι ἀλλήλους, ὁ μὲν ἐν τριήρει ὁ δὲ ἀναβὰς ἐφ' ἵππου ἀπ’ ἀλλήλων ἐχωρίσθησαν. ἐλθὼν δὲ καὶ εὑρὼν τὴν Σμύρναν κατασκαφεῖσαν ἕως τῶν θεμελίων, πρὸς τὴν Ἔφεσον τὴν πορείαν ἐποίουν, καὶ πανταχόθεν τὸ στράτευμα συνέρρεεν. ἦν γὰρ πρόσταγμα παρ' αὐτοῦ ἐκδοθὲν ἐξ Ἀγκύρας, ὅπου ἄν τύχωσι οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ σατράπαι σὺν τοῖς ὑπ' αὐτούς, οἱ πάντες εὑρεθῶσιν ἐν Ἐφέσῳ· καὶ γὰρ ἐξ Ἐφέσου ἦν ἀναποδίζων πρὸς τὰ πάτρια.

[←73]

[Δούκας 17.6] ἐκεῖ δὲ πήξας τὰς σκηνὰς ἐποίησεν ἡμέρας τριάκοντα, καὶ τὰ πέριξ ἅπαντα τῆς πόλεως κάστρα καὶ πόλεις καὶ κώμας ἀθροίσας ἅπαντας, καὶ τὰ ἀπὸ τῶν προγόνων καταλειφθέντα χρυσᾶ τε καὶ ἀργυρᾶ καὶ ἄλλην πᾶσαν τιμίαν ὕλην καὶ ἱματισμὸν πολυτελῆ διὰ πολλῶν βασάνων καὶ καυστηριασμῶν συλλέξας ἐξῆλθε, καὶ πρὸς τὴν Μυλασέων μητρόπολιν Καρίας ἔρχεται, χειμῶνος οὕτω σφοδροῦ γενομένου, κρύους τε καὶ παγετοῦ, ὡς καὶ αὐτὴν τὴν τετραπόδων φύσιν τῶν ζώων καὶ τὰ πτηνὰ τὰ ἀέρια καὶ τὰ ἔνυγρα ζῶα παγιωθῆναι καὶ εἰς κρύσταλλον μεταμεῖψαι τὴν φύσιν αὐτῶν. ἐξερχόμενοι δὲ ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν ἀπιέναι, τὴν καταλελειμμένην εἰς τόσον ἀφίεσαν ἔρημον ὅτι οὔτε κυνὸς ὑλακὴ τὸ παράπαν ἠκούετο οὐδὲ ὄρνιθος ἡμέρου κοκκυσμὸς οὐδὲ παιδίου κλαυθμηρισμός. ἀλλ’ ὥσπερ σαγήνην χαλῶν ἁλιεὺς ἕλκει ταύτην ἐν τῇ ξηρᾷ ἀπὸ τοῦ πελάγους, εἴ τι ἄν συναντεῖ, τοῦτο καὶ ἕλκει πρὸς τὴν ξηράν, κἄν τε μέγαν ἰχθὺν κἄν τε σμικρόν, καὶ αὐτὸ τὸ φαυλότατον ἰχθύδιον καὶ καρκινίδιον, οὕτω καὶ οὗτοι τὴν ἅπασαν Ἀσίαν λεηλατήσαντες ᾤχοντο.

[←74]

Στις 9 Mαρτίου 1403.

[←75]

[Δούκας 17.7] ἀπὸ δὲ Μυλάσων εἰς τὴν ἄνω Φρυγίαν Καπατιανὴν ᾒεσαν, τὰ ὅμοια πράττοντες. ἀπὸ δὲ Λαοδικείας εἰς Φρυγίαν Σαλουταρίαν κατήντησαν, ἥν καὶ κατὰ τὴν αὐτῶν γλῶσσαν οἱ Τοῦρκοι Καράσαρ λέγουσιν. ἐκεῖ καὶ ὁ πολυπαθὴς Ἰλτρὶμ Παγιαζὴτ ἀπέθανεν. ᾂδεται οὖν παρὰ πολλῶν ὅτι αὐτὸς ἑαυτὸν φαρμάκῳ τῆς ζωῆς ἐστέρησεν. ὁ γὰρ Τεμὺρ ἠβούλετο μὲν αὐτὸν ζῆν καὶ ἐν τῇ Περσίᾳ ἄγειν, καὶ δεῖξαι τοὺς Πέρσας ποδαποῦ θηρίου ἐγκρατὴς ἐγένετο, καὶ θεατρίσαι καὶ πομπεῦσαι, καὶ μετὰ ταῦτα διὰ πολλῆς στενοχωρίας τοῦ ζῆν ἀπαλλάξειν ποιῆσαι. ἀλλ' ἐπειδὴ τὰ λοίσθια πνέων ἦν, μηνύει τῷ Τεμὺρ ὡς

«ἐγὼ νῦν μεταλλάττω τὸν βίον, σὺ δὲ ἱλαρῶς βλέψον τεθνηκότα με, καὶ τὸ σῶμά μου δὸς ταφῆναι ἐν τῷ παρ’ ἐμοῦ δομηθέντι μνημείῳ.»

ἀκούσας δὲ τὰ ῥήματα ταῦτα ὁ Σκύθης ἐκάμφθη τῇ γνώμῃ, καὶ στείλας αὐτὸν δι’ ἐνταφιαστῶν δούλων αὐτοῦ ὡς ἑκατόν, ἐλευθερώσας αὐτούς, ἀπήγαγον αὐτὸν ἐν τῇ Προύσῃ, καὶ ἔθαψαν ἐν τῷ μνημείῳ ὅ αὐτὸς ᾠκοδόμησεν. ὁ Τεμὺρ ἀπάρας ἐκεῖθεν πρὸς Λυκαονίαν ἀφίκετο, κἀκεῖθεν εἰς Καισάρειαν, εἶτα εἰς Ἀρμενίαν μικράν τε καὶ μεγάλην. πληρώσας ἐνιαυτὸν ἕνα ἐκτὸς τῆς Περσίας, καὶ μετὰ τὸν χρόνον εἰσῆλθεν νικητὴς τροπαιοῦχος, φέρων λάφυρα καὶ λείαν ὡς οὐδεὶς τῶν πώποτε τυράννων Περσῶν.

Ἀλλ' ἐπανίωμεν πάλιν εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἡγεμόνας τῶν Ὀθμάνων, καὶ ἴδωμεν καὶ ποίῳ τρόπῳ μετέπεσον εἰς αὐτοὺς τὰ τῆς ἡγεμονίας εὐτυχήματα.

[←76]

[Δούκας 18.1] ὁ γὰρ βασιλεὺς Μάνουὴλ ἐνωτισθεὶς τὴν ἦτταν τῶν Τούρκων καὶ τὴν τοῦ Παγιαζὴτ ἀθρόαν μεταβολὴν πως ἀπ’ οὐρανοῦ ὡς ἀστραπήν πεσόντα, παρευθὺ πρὸς Βυζάντιον ἄνεισι. καὶ ὁ ἀνεψιὸς αὐτοῦ παραχωρεῖ τῶν οἰάκων τῆς βασιλείας, καὶ αὐτὸς ἐν τῇ νήσῳ Λήμνῳ πέμπεται, καὶ ὁ Μανουὴλ μόνος βασιλεὺς παρὰ τοῦ παλατίου καὶ τοῦ δήμου εὐφημίζεται.

[←77]

Ως Ιερό Στόμιο εννοείται: (α) η έξοδος στη Μαύρη Θάλασσα, στη θρακική πλευρά τού Βοσπόρου. (β) Ο Ιερός, τελωνείο μετά την Κωνσταντινούπολη, στην ασιατική ακτή, μπαίνοντας από τη Μαύρη Θάλασσα στον Βόσπορο. (γ) Όλη η Θράκη κατά μήκος τού Βοσπόρου. Βλέπε V. Grecu, "La signification de Hieron Stomion", Byzantinoslavica 15 (Πράγα, 1954): 209-13.

[←78]

Κάποια στιγμή τον Ιανουάριο ή Φεβρουάριο του 1403 υπογράφτηκε συνθήκη μεταξύ τού Σουλεϊμάν και μιας λατινικής ένωσης που εκπροσωπούσε τη Βενετία, τούς Γενουάτες τής Χίου, τον δούκα τής Νάξου, τούς Ιωαννίτες τής Ρόδου, τον Στέφαν Λαζάρεβιτς τής Σερβίας και τον Ιωάννη Ζ’ Παλαιολόγο. Ο Μανουήλ Β’, ο οποίος τότε βρισκόταν καθ’ οδόν προς Βενετία, δεν γνώριζε τούς απίστευτα ευνοϊκούς όρους που προσφέρθηκαν στο Βυζάντιο. Εκτός από τις παραχωρήσεις που παραθέτει αξιόπιστα ο Δούκας, ο Σουλεϊμάν συμφωνούσε επίσης να επιστρέψει τα νησιά τής Σκοπέλου, τής Σκιάθου και τής Σκύρου, καθώς και τη Χαλκιδική, συμπεριλαμβανομένου τού Αγίου Όρους. Να καταργήσει κάθε φόρο υποτέλειας που πλήρωναν οι Βυζαντινοί. Να απελευθερώσει όλους τούς Έλληνες κρατούμενους και να ζητάει άδεια πριν μπουν τα πλοία του στα στενά μέσω των Δαρδανελίων ή τού Βοσπόρου. Ο Δούκας δηλώνει ότι είχε επίσης συμφωνήσει να γίνει υποτελής τού αυτοκράτορα. Barker, Manuel Palaeologus, σελ. 224-25. Nicol, The Last Centuries of Byzantium, σελ. 335. Για το ιταλικό κείμενο τής συνθήκης και αγγλική περίληψη, βλέπε G.T. Dennis, «The Byzantine-Turkish Treaty of 1403,» Orientalia Christiana Periodica, 33 (1967): 72-88.

[←79]

Ο Μανουήλ Β’, μετά την επιστροφή του στην πρωτεύουσα στις 9 Ιουνίου 1403 από την παρατεταμένη παραμονή του στη Δύση, εξόρισε τον ανιψιό του Ιωάννη Ζ’ στη Λήμνο για τη φιλοτουρκική του πολιτική. Όμως ο Ιωάννης Ζ’ έπλευσε στη Λέσβο, για να ζητήσει βοήθεια από τον πεθερό του, τον Φραντσέσκο Β’ Γκατελούζο, για τη σχεδιαζόμενη επίθεσή του στη Θεσσαλονίκη. Πριν από τον Νοέμβριο του 1403 ο Μανουήλ και ο Ιωάννης συμφιλιώθηκαν και ο Δημήτριος Λάσκαρις Λεοντάρης οδήγησε τον Ιωάννη Ζ’ στη Θεσσαλονίκη ως «αυτοκράτορα όλης τής Θεσσαλίας» (1403-1408). Ο Ιωάννης Ζ’ πέθανε τον Σεπτέμβριο τού 1408, αλλά πρώτα είχε κουρευτεί ως μοναχός και είχε πάρει το όνομα Ιωάσαφ, όπως είχε κάνει ο προπάππους του, ο Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός, πριν από αυτόν.

[←80]

[Δούκας 18.2] Ὁ δὲ Μουσουλμὰν περάσας ἐν τῇ δύσει εἰσῆλθεν ἐντὸς τῆς πόλεως, καὶ πίπτει ἐν τοῖς ποσὶ τοῦ βασιλέως, καὶ δέεται τοῦτον λέγων ὅτι

«ἐγὼ ἔσομαί σοι εἰς υἱόν, σὺ δὲ πατὴρ ἐμὸς ἔσῃ· καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν ἐν μέσῳ ἡμῶν οὐ φύει ζιζάνιον, ἀλλ’ οὔτε σκάνδαλα ἔσονται. Μόνον ἀναγόρευσὸν με ἡγεμόνα Θρᾴκης, ὅσην καὶ ἄλλην γῆν διὰ τῶν γονέων ἐπεκτησάμην.»

Δοὺς αὐτῷ καὶ ὁμήρους ἕνα τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ τῶν ἀνήβων καὶ μίαν τῶν ἀδελφίδων Φατμάκατουν ἐπονομαζομένην, ὑποσχεθεὶς δοῦναι τῷ βασιλεῖ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὰ τοῦ Στρυμόνος ἄχρις αὐτοῦ Ζητουνίου καὶ τὴν Πελοπόννησον, τὰ δὲ τῆς πόλεως πέριξ ἀπὸ Πανίδου μέχρι Ἱεροῦ Στομίου καὶ ἀπὸ τοῦ Ἱεροῦ Στομίου μέχρι Βάρνας ἅπαντα τὰ παράλια κάστρα τὰ ἐν τῷ Εὐξείνῳ Πόντῳ κείμενα, ὁ δὲ βασιλεὺς εἰρηναίαν κατάστασιν ποιήσας καὶ αὐτὸν ἐν Ἀνδριανουπόλει πέμψας, ἔστειλε Δημήτριον τὸν Λεοντάριν, ἄνδρα συνετὸν καὶ περὶ τὰ πολεμικὰ εὔστροφον τοῦ παραλαβεῖν τὴν Θεσσαλονίκην. Ὁ δὲ παραλαβὼν αὐτὴν καὶ μηνύσας τῷ βασιλεῖ, εἰσάγει τὸν βασιλέα Ἰωάννην ἐντὸς καὶ δεικνύει τοῦτον βασιλέα πάσης Θετταλίας. Ὁμοίως καὶ ἐν πάσαις ταῖς πόλεσι καὶ τοῖς πολιχνίοις ἔστειλεν ὁ βασιλεὺς Ῥωμαίους τῶν ἐνδόξων καὶ παρέλαβον πάντα διώξαντες τοὺς Τούρκους. Καὶ ἦν ἐν τοῖς Θρακῴοις μέρεσιν εἰρήνη παντοία καὶ ἀστασίαστος γαλήνη, τὰ δὲ τῆς ἕω ἐν μεγάλῃ ταραχῆ καὶ ἀθρόᾳ μεταβολῇ τῶν ἡγεμόνων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις.

[←81]

Στην πραγματικότητα το εμιράτο τού Αϊντίν διαιρέθηκε μεταξύ τού Ουμούρ Β’ και τού Μούσα, τού γιου τού Ισά Μπεγκ, το 1402.

[←82]

Μεντεσέ Ιλυάς Μπεγκ (1402-1421).

[←83]

[Δούκας 18.3] Ἔαρος τοίνυν ἀρξαμένου καὶ τοῦ σφοδροῦ χειμῶνος ἐκείνου καὶ κλύδωνος παρελθόντος, ἐγεγόνει λιμὸς ισχυρὸς καὶ λοιμὸς ἐν πάσαις ταῖς ἐπαρχίαις, αἷς οἱ πόδες τῶν Σκυθῶν ἐπάτησαν, καὶ ἐμφύλιοι πόλεμοι. Καταβὰς τοίνυν ὁ Καρμιάν, δοὺς ὁ Τεμὴρ ἄδειαν, ἔλαβε τὴν πατρικὴν αὐτοῦ ἐπαρχίαν, Ἀλυσὰρ ἐπονομαζόμενος. Ὁμοίως καὶ Σαρχὰν Λυδίαν τὴν πατρικὴν ἐπαρχίαν πρὸς ἑαυτὸν ἐποιήσατο. Ὁ Ὀρχὰν καὶ οἱ τοῦ Ἀτὴν δύο υἱοὶ Ὁμοῦρ καὶ Ἐσὲς καὶ αὐτοὶ τὴν Ἰωνίαν πᾶσαν ἐκληρώσαντο. Καὶ ὁ τοῦ Μανταχία Ἐλιὲζ καὶ αὐτὸς Καρίαν καὶ Λυκίαν ἐπεκτήσατο.

[←84]

[Δούκας 18.4] Οί δὲ καταλειφθέντες ἐν τῇ ἑῴᾳ τοῦ Παγιαζὴτ υἱοί, ὁ μὲν Μεχεμὲτ ἐν Ἀγγύρᾳ ἦν τῆς Γαλατίας, ἐπεὶ οὐκ εἶχε κληρονόμον ἡ ἐπαρχία, ἦν δὲ καὶ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ Μωσῆς μετ’ αὐτοῦ ἔτι παιδαρίσκος ὤν. Ὁ δὲ Ἐσὲς ὁ ἕτερος ἦν πλανώμενος ἔνθεν κἀκεῖθεν, μὴ ἔχων αὐθεντίαν· ὁμοίως καὶ Μουσταφᾶς. Ὅθεν στείλας ὁ Μεχεμέτ τινα τῶν μεγιστάνων τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Τεμηρτὲς ἐπονομαζόμενον ἐξ Ἀγγύρας, διάγοντα τότε τὸν Ἐσὲν ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, καὶ συνάψας πόλεμον μετ’ αὐτοῦ ἀπέτεμε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. Ὁ δὲ Μεχεμὲτ ἦν μεγαλυνόμενος ἐν Γαλατίᾳ.

error: Content is protected !!
Scroll to Top