Παράρτημα 04

<-Παράρτημα: Χορτασμένος Παράρτημα: Χαλκοκονδύλης->

Βαγιαζήτ Α και Ταμερλάνος στο έργο τού ιστορικού Δούκα

Ο Βαγιαζήτ Α κατακτά τα τουρκικά εμιράτα στην Ανατολία

Μόλις ο Βαγιαζήτ κατάργησε τα πολλά [τουρκικά] εμιράτα στην Ασία —αναφέρομαι στη Βιθυνία και τη Φρυγία, τη Μυσία και την Καρία— και έγινε ο μόνος ηγεμόνας, έστρεψε την προσοχή του εναντίον τής Πόλης. Πρώτον, έστειλε πρέσβεις στον αυτοκράτορα απαιτώντας να πληρώνει φόρο υποτέλειας και, επιπλέον, να στείλει έναν από τούς γιους του με εκατό στρατιώτες για εκστρατεία με τον Βαγιαζήτ. Και ο αυτοκράτορας, μη έχοντας βοήθεια από κανέναν από τούς βασιλείς [τής Δύσης] ή τούς επικεφαλής αριστοκρατικών ή λαϊκών παρατάξεων,1 συμφώνησε. Πάνω από μια φορά ο αυτοκράτορας Μανουήλ στάλθηκε από τον πατέρα του αυτοκράτορα Ιωάννη, με εκατό Ρωμιούς οπλίτες στρατιώτες, για εκστρατεία στην υπηρεσία τού Βαγιαζήτ, όταν πολεμούσε εναντίον των Τούρκων στην Παμφυλία.2

Καταστρέφει τη Χίο, τις Κυκλάδες, την Εύβοια και τα περίχωρα της Αθήνας

Διέκοψε τις ετήσιες αποστολές σιτηρών από την Ασία προς τα νησιά, τη Λέσβο λέω, τη Χίο, τη Λήμνο, τη Ρόδο και τα άλλα. Ετοίμασε στόλο και έστειλε εξήντα πολεμικά πλοία στη Χίο και πυρπόλησε την πόλη καταστρέφοντας τα γύρω χωριά, καθώς και τα νησιά των Κυκλάδων, την Εύβοια και τα περίχωρα τής Αθήνας.3

Ο Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος κατασκευάζει δύο πύργους στις πλευρές τής Χρυσής Πύλης

Και ο αυτοκράτορας, βλέποντας την απροκάλυπτη φιλοδοξία και το θράσος τού τύραννου, άρχισε να χτίζει σε ένα τμήμα τής Πόλης που ονομάζεται Χρυσή Πύλη, φτιάχνοντας δύο πύργους και στις δύο πλευρές τής πύλης από κομμάτια λευκού μαρμάρου ενωμένα, τα οποία κατασκεύασε όχι με τη βοήθεια λιθοξόων ούτε με δικά του έξοδα, αλλά καταστρέφοντας άλλα υπέροχα μνημεία. Γκρέμισε την εκκλησία των Αγίων Πάντων που είχε χτιστεί από τον κύριο Λέοντα [ΣΤ’] Σοφό, τον μεγάλο αυτοκράτορα [886-912], καθώς και την υπέροχη εκκλησία των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων που είχε χτιστεί ωραία και αυτή από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο [582-602]. Χρησιμοποίησε επίσης τα απομεινάρια τής εκκλησίας τού Αγίου Μωκίου, την οποία είχε χτίσει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας. Πίσω από τις οχυρώσεις έκλεισε ένα μέρος τής Πόλης από τη Χρυσή Πύλη μέχρι την ακτή προς νότο, διατηρώντας το ως ναύσταθμο για καταφύγιο σε καιρό ανάγκης.4

Ο Βαγιαζήτ A απαιτεί κατεδάφιση, απειλώντας να τυφλώσει τον Μανουήλ

Όταν ο αυτοκράτορας Ιωάννης είχε ολοκληρώσει την οχύρωση, ο Βαγιαζήτ θέλησε να εκστρατεύσει εναντίον των Τούρκων που βρίσκονταν στις περιοχές γύρω από την Πέργη τής Παμφυλίας. Ειδοποίησε λοιπόν τον αυτοκράτορα κι εκεινος έστειλε ως συνήθως τον γιο και συναυτοκράτορά του Μανουήλ με εκατό στρατιώτες. Μετά την επιστροφή τους ειδοποίησε τον αυτοκράτορα Ιωάννη, ενώ ο Μανουήλ βρισκόταν ακόμη στην Προύσα, απαιτώντας να γκρεμίσει και να αφήσει ερειπωμένες τις οχυρώσεις τής Χρυσής Πύλης, τις οποίες είχε ανοικοδομήσει [ο αυτοκράτορας Ιωάννης], διαφορετικά θα έβγαζε αμέσως τα μάτια τού γιου του Μανουήλ και θα τον έστελνε πίσω τυφλό. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης λοιπόν, αναγνωρίζοντας ότι ο Βαγιαζήτ είχε μεγάλη δύναμη και ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να ανταποδώσει (γιατί ήταν κατάκοιτος, υπέφερε από ποδάγρα, μισοπεθαμένος τρόπος τού λέγειν, από τη λαιμαργία, το υπερβολικό ποτό και τις ηδονικές απολαύσεις, μη έχοντας μάλιστα κανέναν εκτός από τον Μανουήλ, για να τον στέψει και να τον αφήσει ως αυτοκράτορα), κατεδάφισε το φρούριο. Στέλνοντας απτές αποδείξεις, ενημέρωσε τον τύραννο ότι η εντολή του είχε εκτελεστεί. Και ο αυτοκράτορας, αφού υπάκουσε στο πικρό και άθλιο μήνυμα, κι ενώ βρισκόταν ακόμη μέσα σε σκληρούς σωματικούς πόνους, παρέδωσε το πνεύμα.5 6

Ο Μανουήλ δραπετεύει και επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη

Όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ έμαθε για τον θάνατο τού πατέρα του, έφυγε νύχτα και δραπέτευσε.7 Αφού έφτασε στην Πόλη και εκπλήρωσε τις συνήθεις υποχρεώσεις πένθους, περίμενε ανήσυχα και αναρωτιόταν τι σχεδίαζε ο τύραννος για αυτόν και την Πόλη. Ο τύραννος όμως, μαθαίνοντας για τον θάνατο τού αυτοκράτορα και την απόδραση τού Μανουήλ, ήταν έξω φρενών, στενοχωριόταν και οργιζόταν με τα στρατεύματα τού νοικοκυριού του, απαιτώντας να μάθει πώς απέδρασε ο Μανουήλ και γιατί δεν το είχε καταλάβει κανείς. Ο Βαγιαζήτ θα τον σκότωνε, αν έπεφτε στα χέρια του. Τότε έστειλε πρέσβεις στον αυτοκράτορα Μανουήλ με το μήνυμα ότι ήθελε ένας από τούς δικαστές και νομικούς του, τον οποίο εκείνοι αποκαλούν καδή, να διαμένει στην Πόλη, λέγοντας ότι δεν ήταν δίκαιο για τούς μουσουλμάνους, που έρχονταν στην Κωνσταντινούπολη για εμπορικούς σκοπούς, να εμφανίζονται σε δικαστήριο γκιαούρηδων [απίστων] για τη διευθέτηση υποθέσεων και διαφορών. Αντίθετα, έλεγε, τον μουσουλμάνο έπρεπε να τον κρίνει μουσουλμάνος, ενώ είχε κι άλλες τέτοιες άδικες και συκοφαντικές απαιτήσεις. Στο τέλος ο Βαγιαζήτ απείλησε:

«Αν δεν θέλεις να κάνεις και να δώσεις όλα όσα σε διατάζω, τότε κλείσε τις πύλες τής Πόλης και βασίλευε μέσα. Όλα έξω από την Πόλη είναι δικά μου».8

Ο Βαγιαζήτ A καταστρέφει τα περίχωρα και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη

Τότε ο τύραννος, περνώντας από τη Βιθυνία στη Θράκη, γκρέμισε όλα τα προάστια τής Πόλης και απομάκρυνε τούς πληθυσμούς τους, ξεκινώντας από την Πάνιδο και φτάνοντας στην ίδια την Πόλη. Κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και τα χωριά πέρα από τη Θεσσαλονίκη.9 Έστειλε τον διοικητή του, τον Εβρενός,10 στην Πελοπόννησο και λεηλάτησε όλη τη Λακεδαιμονία και την Αχαΐα. Στις πόλεις που βρίσκονται γύρω από τον Εύξεινο Πόντο έστειλε τον Τουραχάν,11 που τις ερήμωσε. Με λίγα λόγια, καταστράφηκαν τα πάντα και έγιναν ακατοίκητα.12

Ο Βαγιαζήτ A πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη με 10.000 στρατιώτες

Η Πόλη, μη έχοντας ούτε εκείνον που θα θερίσει ούτε εκείνον που θα αλωνίσει, στενοχωριόταν από το μέγεθος τού λιμού και ετοιμαζόταν να παραδώσει την ψυχή. Δεν την πολεμούσε πραγματικά ο τύραννος. Δεν έστηνε πολιορκητικές μηχανές για να γκρεμίσει τις επάλξεις και τα τείχη, ούτε διέταζε τα στρατεύματά του να κάνουν αψιμαχίες, ούτε χρησιμοποιούσε άλλο είδος στρατιωτικής μηχανής. Είχε απλώς αναπτύξει περισσότερους από δέκα χιλιάδες άνδρες γύρω από την Πόλη, που κάθονταν σε κύκλο και φρουρούσαν τις εξόδους από μακρυά, ώστε να μη μπορεί τίποτε ούτε να βγει ούτε να μπει.13 Υπήρχε λοιπόν τρομερή έλλειψη σιτηρών, κρασιού, λαδιού και άλλων ειδών μέσα στην Πόλη. Για να φτιάξουν ψωμί και οποιοδήποτε άλλο φαγητό, που το μαγείρευαν παιδιά μαγείρων, λόγω τής έλλειψης ξύλου, γκρέμιζαν τα ωραιότατα σπίτια και έκαιγαν τα δοκάρια.14

Με τις εκκλήσεις τού Μανουήλ Β Παλαιολόγου οργανώνεται η Σταυροφορία τής Νικόπολης

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, ευρισκόμενος σε απόγνωση, αφού δεν υπήρχε καμία βοήθεια από κανέναν, έγραψε στον πάπα, στον βασιλιά τής Γαλλίας και στον κράλη τής Ουγγαρίας,15 ενημερώνοντάς τους για τον αποκλεισμό και την απελπιστική κατάσταση τής Πόλης. Προειδοποιούσε ότι αν δεν ερχόταν γρήγορα αρωγή και βοήθεια, η Πόλη θα παραδινόταν στους εχθρούς τής χριστιανικής πίστης. Οι ηγεμόνες των δυτικών εθνών κάμφθηκαν από αυτά τα λόγια και εξοπλίστηκαν για να αντιταχθούν στους εχθρούς τού σταυρού. Με τον ερχομό τής άνοιξης ο βασιλιάς τής Φλάνδρας,16 πολλοί Άγγλοι, οι ευγενείς τής Γαλλίας και πολλοί Ιταλοί ήρθαν στην Ουγγαρία. Την εποχή τής ανόδου του Σείριου17 έστησαν τις σκηνές τους στις όχθες τού Δούναβη. Ήταν μαζί τους ο Σίγκισμουντ, ο κράλης τής Ουγγαρίας, που ονομαζόταν επίσης αυτοκράτορας των Ρωμαίων.18 Περνώντας απέναντι στη Νικόπολη, ήσαν έτοιμοι να πάρουν τα όπλα εναντίον τού Βαγιαζήτ. Ο Βαγιαζήτ, ο οποίος είχε ενημερωθεί πολλές ημέρες νωρίτερα για τη συγκέντρωση των εθνών από τη Δύση, μάζεψε ολόκληρο τον στρατό του από την Ανατολή και τη Δύση, περαιτέρω ενισχυμένο από τα στρατεύματά του που πολιορκούσαν την Πόλη, και τον οδηγούσε αυτοπροσώπως. Προχωρώντας μέσω τής Φιλιππούπολης και πάνω από πανύψηλα βουνά, έφτασε στα έλη πριν από τη Σόφια και τούς περίμενε εκεί. Την επόμενη μέρα εμφανίστηκαν οι χριστιανοἰ σε διάταξη. Κρατώντας τις ασπίδες τους κοντά τη μία στην άλλη, πρώτα εισέβαλαν στο κέντρο τής φάλαγγας τού εχθρού. Πολεμούσαν σκληρά και κατέκοπταν όλους εκείνους που τούς αντιστέκονταν, μέχρι που διαπέρασαν και έφτασαν στην ίδια την οπισθοφυλακή τού εχθρού. Έχοντας καταστήσει άπρακτους τούς Τούρκους σφενδονιστές και τοξότες, επέστρεψαν και σημείωσαν τις καλύτερες επιδόσεις. Όταν τα στρατεύματα τής Φλάνδρας είδαν τη μάχη να γυρίζει εναντίον των Τούρκων, που έσπευδαν να διαφύγουν, τούς κυνήγησαν γρήγορα μέσα από το τουρκικό στρατόπεδο, και αφήνοντας τα έλη αιμόφυρτα επέστρεψαν στο δικό τους στρατόπεδο.19

Ο Βαγιαζήτ A συντρίβει τούς χριστιανούς (25 Σεπτεμβρίου 1396)

Οι Τούρκοι που ονομάζονται Πύλη,20 δηλαδή φρουροί τού παλατιού, οι οποίοι είναι εξαγορασμένοι σκλάβοι από διαφορετικά χριστιανικά έθνη και ήσαν σε αριθμό πάνω από δέκα χιλιάδες, κρύβονταν σε κάποια λόχμη για να μην τούς εντοπίσουν. Με την πρώτη κραυγή, όρμησαν όλοι μαζί με τον αρχηγό τους Βαγιαζήτ εναντίον των Φράγκων και των Ούγγρων. Τούς κύκλωσαν και συνεπλάκησαν σε μάχη, σκοτώνοντας μερικούς με το σπαθί και τρέποντας τούς άλλους σε φυγή. Στρέφοντας οι Φλαμανδοί είδαν τη φυγή των Ούγγρων και τούς Τούρκους να φωνάζουν την κραυγή τού πολέμου, να αλαλάζουν και να τρέχουν. Ξαφνικά εμφανίστηκαν κι άλλοι Τούρκοι. Πέφτοντας πάνω στους Φράγκους με μεγάλη φασαρία και ήχους σαλπίγγων, καταδίωκαν μερικούς, άλλους έβαζαν κάτω από τα άλογα, ενώ σκότωναν εκείνους που αντιστέκονταν. Οι επιζώντες διέφυγαν προς τον Δούναβη, όπου η πλειοψηφία τους έπεσαν στον ποταμό και πνίγηκαν. Ευγενείς όπως ο δούκας τής Φλάνδρας και τής Βουργουνδίας, μαζί με άλλους Γάλλους και υψηλούς βαρόνους, συνελήφθησαν ζωντανοί. Ο Βαγιαζήτ τούς έστειλε στην Προύσα όπου φυλακίστηκαν και αργότερα ελευθερώθηκαν με πληρωμή μεγάλου ποσού λύτρων, έχοντας δώσει ως εγγυητή τους τον άρχοντα τής Μυτιλήνης, τον γιο τού προαναφερθέντος Φραντσέσκο Γκατελούζο.21 22

Ο Βαγιαζήτ A απαιτεί την παράδοση τής Κωνσταντινούπολης (1396-1397)

Ο Βαγιαζήτ, πολύ ενθουσιασμένος από μια τέτοια καλή τύχη, έστειλε πρέσβεις στον αυτοκράτορα Μανουήλ απαιτώντας την παράδοση τής Πόλης, αλλά ο αυτοκράτορας δεν έδωσε καμία απάντηση. Η πλειοψηφία των Κωνσταντινουπολιτών, υποφέροντας από λιμό και βαθιά ταλαιπωρημένοι, θα προτιμούσαν να παραδώσουν την Πόλη. Όταν όμως θυμούνταν εκείνα που διαπράχθηκαν από τούς Τούρκους στην Ασία, την καταστροφή πόλεων, την ερήμωση των ιερών ναών, τις συνεχείς ταραχές και συκοφαντίες που τούς ανάγκαζαν να αποκηρύξουν την πίστη τους, άλλαζαν γρήγορα γνώμη, λέγοντας:

«Ας μην εγκαταλείψουμε. Ας εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στον Θεό. Ας υπομείνουμε λίγο ακόμη, και ποιος ξέρει; Ίσως ο Θεός, παραβλέποντας τις αμαρτίες μας, μάς δείξει έλεος όπως έκανε κάποτε για τούς Νινευίτες και μας σώσει από αυτό το θηρίο».

Όσο περισσότερο ο τύραννος έβλεπε τούς Κωνσταντινουπολίτες να αντιστέκονται και να μην ανταποκρίνονται στις επιθυμίες του, τόσο περισσότερο αγρίευε και οργιζόταν εναντίον τής Πόλης.23

Πεθαίνει ο Ανδρόνικος Δ’ Παλαιολόγος (28 Ιουνίου 1385)

Τι συνέβη στη συνέχεια; Ο Ανδρόνικος [Δ’], ο αδελφός τού αυτοκράτορα Μανουήλ [Β’], πέθανε στη Σηλυμβρία.24 Όταν ο έφηβος γιος του Ιωάννης [Ζ’] έφτασε στην ηλικία τής ωριμότητας και διαδέχτηκε στο αξίωμα τον πατέρα του, ο Βαγιαζήτ [Α’] τού ζήτησε τη Σηλυμβρία. Ο Ιωάννης, ο οποίος δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό, διηγούνταν τις αδικίες που είχε υποστεί αυτός και ο πατέρας του από τον παππού του [τον Ιωάννη Ε’]. Υποστήριζε ότι κανονικά η αυτοκρατορία ανήκε σε αυτούς, ενώ εκείνος, που τούς είχε αδικήσει, είχε δώσει την αυτοκρατορική εξουσία στον δεύτερο γιο

«και στον πατέρα μου το φρούριο που βλέπετε τώρα. Και αν το πάρετε κι αυτό, θα έχω αδικηθεί ακόμη περισσότερο».

Τότε ο Βαγιαζήτ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία για να αλλάξει τακτική. Από τότε, όποτε ζητούσε την παραχώρηση τής Κωνσταντινούπολης, δεν παρέλειπε ποτέ να αναφέρει το όνομα τού Ιωάννη, ανιψιού τού Μανουήλ, λέγοντας:

«Μανουήλ, βγες εσύ από την Πόλη. Άφησε τον Ιωάννη να μπει ως νόμιμος διάδοχος τής αυτοκρατορίας και εγώ θα τηρήσω έξω κατάσταση απόλυτης ηρεμίας και ειρήνης με τούς Κωνσταντινουπολίτες».25

Ο Βαγιαζήτ A υποστηρίζει τις αξιώσεις τού Ιωάννη Ζ Παλαιολόγου

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ γνώριζε ότι ο λαός κλονιζόταν τότε από διαφωνίες. Η μία φλογερή φατρία υποκινούσε τούς πολίτες σε στάση, ενώ η άλλη, εξαιρετικά τολμηρή, φώναζε:

«Αφήστε τον Ιωάννη να μπει στην Πόλη και να σταματήσουν τα σκάνδαλα».

Ο αυτοκράτορας Μανουήλ, ο οποίος ήταν συνετός και πολύ ευφυής, βλέποντας ότι ο όχλος διαμαρτυρόταν και τον κατηγορούσε ότι δεν επέστρεφε τον θρόνο στον διάδοχο και ότι δεν ασχολούνταν με τη σωτηρία τού κράτους επειδή ήθελε να κυβερνάει τυραννικά, συνέλαβε ένα πολύ σοφό και λογικό σχέδιο. Ειδοποίησε τον Ιωάννη, που βρισκόταν τότε σταθμευμένος έξω από την Κωνσταντινούπολη με δέκα χιλιάδες Τούρκους. Αντάλλαξε μαζί του όρκους, ώστε να μπει ο Ιωάννης στην Πόλη και να παραδώσει σε αυτόν την αυτοκρατορία των Ρωμαίων. Ο ίδιος ο Μανουήλ θα αναχωρούσε με τις γαλέρες που βρίσκονταν εκεί και θα απέπλεε προς οποιονδήποτε προορισμό ήθελε ο Θεός. Ο Ιωάννης πείστηκε από τα λόγια και τούς όρκους και μπήκε. Ο αυτοκράτορας τον δέχτηκε ευγενικά και τού παρέδωσε το παλάτι. Αφού μίλησε ενώπιον όλων των ευγενών και των εκπροσώπων τού λαού, ο Μανουήλ επιβιβάστηκε σε γαλέρες με τη γυναίκα και τα παιδιά του και έφυγε από την Πόλη, παραδίδοντας την αυτοκρατορία στον Ιωάννη.26 27

Ποιος ήταν ο στόχος τού Βαγιαζήτ και ποια ήταν η πρόθεση τού αυτοκράτορα Μανουήλ; Ο Βαγιαζήτ φανταζόταν ότι θα έπαιρνε την Πόλη από το χέρι τού Ιωάννη. Το είχε ζητήσει εκ των προτέρων και ο Ιωάννης είχε δώσει την υπόσχεσή του. Αντί για την Πόλη, ο Βαγιαζήτ είχε υποσχεθεί με όρκο να παραδώσει στον Ιωάννη την Πελοπόννησο και στο εξής να βρίσκονται σε κατάσταση ειρήνης. Ο αυτοκράτορας, ευσεβής και συνετός χριστιανός, θυμόταν τα λόγια τής Αγίας Γραφής, όταν έβλεπε όλους τούς υπηκόους του να υποφέρουν από την πείνα. Γιατί ένας μόδιος σιταριού πουλιόταν για περισσότερα από είκοσι νομίσματα. Και πού μπορούσε να βρεθεί νόμισμα;28 Το κρασί επίσης, ενώ υπήρχε έλλειψη και άλλων αναγκαίων τροφίμων. Από απόλυτη ανάγκη, οι απλοί άνθρωποι σκέφτονταν την απιστία και την προδοσία τής χώρας τους. Και αυτός [ο Μανουήλ] εξομολογιόταν στον Θεό κάθε ώρα και μέρα, προσευχόμενος:

«Μη μού συμβεί αυτό, Χριστέ, Κύριε. Ας μην ακουστεί στα αμέτρητα χριστιανικά έθνη, ότι στις ημέρες τού Μανουήλ, τού αυτοκράτορα, παραδόθηκε η Πόλη και τα μέσα σε αυτήν άγια και πολύτιμα σκεύη στους ασεβείς και εχθρούς τού Χριστού».

Βρίσκοντας λοιπόν ότι ο Ιωάννης συνεργαζόταν τότε με τον τύραννο για να τον κάνει αυτοκράτορα και ότι ο τύραννος υποστήριζε τον Ιωάννη για δικό του όφελος, ο Μανουήλ είπε:

«Σώσε τον εαυτό σου και μη σκέφτεσαι τη θέση τού αυτοκράτορα».29

Ο Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος ταξιδεύει στην Ιταλία και στη Γαλλία

Όταν ήρθε στην ακτή τής Πελοποννήσου, ο Μανουήλ άφησε εκεί την αυτοκράτειρα με τα παιδιά, γιατί ο Ιωάννης ήταν βρέφος και ο Θεόδωρος νήπιο. Τούς άφησε στη Μεθώνη και έστειλε πίσω τις γαλέρες. Στη συνέχεια επιβιβάστηκε σε ένα από τα μεγάλα ιστιοφόρα πλοία και ταξίδεψε στη Βενετία, το Μιλάνο, τη Γένουα, τη Φλωρεντία και τη Φερράρα. Διασχίζοντας όλη την Ιταλία, προχώρησε από την Προβηγκία στη Γερμανία, δηλαδή στη Φραγκία [Γαλλία]. Όλοι οι βασιλείς και οι δούκες και οι κόμητες τον τίμησαν και τον αντάμειβαν με δώρα σαν να ήταν ημίθεος. Περνώντας από όλη τη Φραγκία και διασχίζοντας τα σύνορα της Αλαμανίας [Γερμανίας;], επέστρεψε στη Βενετία. Οι Ενετοί τον φιλοξένησαν όπως έπρεπε και αφού τού έδωσαν πολλά δώρα, επέστρεψε στη Μεθώνη με τις γαλέρες τους. Εκεί συνάντησε την αυτοκράτειρα και τα παιδιά του και περίμενε ποιες κακοτυχίες θα έρχονταν στην Πόλη ή, μάλλον, ποιες δυστυχίες θα έρχονταν στο έθνος των Ρωμαίων.30 31

Ο Βαγιαζήτ A ταπεινώνει πρεσβεία τού Τιμούρ για τα εμιράτα τής Ανατολίας

Ο αυτοκράτορας Ιωάννης32 μπήκε στην πόλη και στέφθηκε αυτοκράτορας. Στη συνέχεια, για να συμμορφωθεί με το αίτημα τού Βαγιαζήτ, έβαλε έναν Τούρκο δικαστή για να αποφαίνεται σύμφωνα με τον αραβικό νόμο για τις διαφωνίες μεταξύ Ρωμαίων και Τούρκων. Επίσης όλα τα εδάφη που ανήκαν στους Ρωμαίους μέχρι τη Σηλυμβρία, συμπεριλαμβανομένης τής Σηλυμβρίας, παραχωρήθηκαν στον Βαγιαζήτ. Ο Ιωάννης βασίλευε μόνο μέσα στην Πόλη.33

Στην Προύσα ο Βαγιαζήτ αναπαυόταν βλέποντας τα πλούσια σε φύλλωμα δέντρα τής καλής τύχης να είναι γεμάτα καρπούς. Απολάμβανε καθημερινά τα κελαηδίσματα πολλών πουλιών. Τίποτε όμορφο δεν τού έλειπε από τούς διάφορους λαούς, είτε επρόκειτο για ζώο ή για μέταλλο ή για οτιδήποτε άλλο στον κόσμο που τού έδωσε ο Θεός ευχάριστη όψη. Τίποτε δεν υπήρχε που να μη βρίσκεται στους θησαυρούς του. Αγόρια και κορίτσια, επιλεγμένα για το άψογο σώμα τους και την ομορφιά τού προσώπου τους, τρυφερά νεαρά παιδιά και κορίτσια που έλαμπαν περισσότερο από τον ήλιο. Παιδιά ποιών; Ρωμαίων, Σέρβων, Βλάχων, Αλβανών, Ούγγρων, Σαξόνων, Βουλγάρων και Λατίνων, που καθένα μιλούσε στη δική του γλώσσα και βρίσκονταν όλα εκεί ενάντια στη θέλησή τους. Και ο Βαγιαζήτ, ζώντας στην αδράνεια και την ακολασία, δεν σταματούσε να επιδίδεται στη λαγνεία, ασελγώντας πάνω σε αγόρια και κορίτσια.34

Αυτές είναι οι συνέπειες των αμαρτιών μας! Δίκαιη είναι η τιμωρία τού Θεού! Αλλά εσύ, Κύριε, να αποδώσεις και σε αυτούς σύμφωνα με τα έργα τους. Παράβλεψε τις αμαρτίες μας δέσποτα και μην αφήσεις να σπάσουμε σαν καλάμι, αλλά κοίταξέ μας με το εύσπλαχνο βλέμμα σου.35

Ενώ ο Βαγιαζήτ περνούσε τον καιρό του ζώντας έκφυλα, ενημερώθηκε μια μέρα ότι είχαν φτάσει πρέσβεις από την Περσία ζητώντας να δουν τον ηγεμόνα.

«Από ποιόν;» ρώτησε.

«Από τον Τιμούρ-χαν, τον σουλτάνο Περσίας και Βαβυλώνας», απάντησαν.

Πρόσταξε να τούς δοθεί ένα μέρος για να ξεκουραστούν. Τούς κάλεσε ύστερα από λίγες ημέρες, ζητώντας να μάθει τον σκοπό τής πρεσβείας τους. Αυτοί ήρθαν ενώπιόν του σε ακρόαση και είπαν:

«Ο μεγάλος χαν Τιμούρ σε ενημερώνει με εμάς, τούς δούλους του, ότι δεν επιτρέπεται να αρπάζεις περιοχές άλλων για να γίνεις με αυτές σπουδαίος κυβερνήτης. Να αρκεστείς σε αυτά που σού έχει δώσει ο Θεός, τα οποία πήρες από τούς άπιστους. Τις επαρχίες τις οποίες έχεις αρπάξει από τούς άλλους [μουσουλμάνους] ηγεμόνες με ληστρικό τρόπο, να τις επιστρέψεις αμέσως, ώστε να τα έχεις καλά με τον Θεό και να έχεις και τις ευχαριστίες και τον έπαινο αυτών των ηγεμόνων.36 Αν δεν το κάνεις, θα είμαι εγώ ο εκδικητής τους μαζί με τον Θεό».

Αφού οι πρεσβευτές είπαν αυτά και πολλά άλλα, ο Βαγιαζήτ διέταξε να ξυριστούν τα γένια τους με ξυράφι και να σταλούν πίσω ατιμασμένοι, λέγοντάς τους:

«Πηγαίνετε και ενημερώστε τον κύριό σας να έρθει γρήγορα, γιατί τον περιμένω. Αν δεν έρθει, τότε να είναι χωρισμένος από τη νόμιμη σύζυγό του».

Αφού τούς είπε αυτά και άλλα χλευαστικά λόγια, τούς έδιωξε ντροπιαστικά. Ο ίδιος δεν παραμέλησε τις δικές του υποθέσεις, αλλά οδήγησε όλες τις δυνάμεις του προς τις πάνω περιοχές τής Αρμενίας.37

Πριν από μερικά χρόνια ο Βαγιαζήτ είχε πάρει τη μεγάλη Σεβάστεια τής Καππαδοκίας.38 Κατά τη διάρκεια εκείνης τής εκστρατείας, αφού διέσχισε τα σύνορα τής Μεγάλης Αρμενίας και μπήκε στη χώρα των Τουρκο-Περσών,39 κατέλαβε μια από τις πόλεις τους που ονομάζεται Έρζιντζαν.40 Κατά την επιστροφή του ήρθε στην Προύσα. Στη συνέχεια, αφήνοντας την Προύσα, διέσχισε τον πορθμό [των Δαρδανελλίων], ήρθε στην Αδριανούπολη και έστειλε μήνυμα στον αυτοκράτορα Ιωάννη [Ζ’] λέγοντας:

«Αν έδιωξα τον αυτοκράτορα Μανουήλ από την πόλη, το έκανα όχι για χάρη σου αλλά για δική μου. Αν θέλεις να είσαι φίλος μου, τότε φύγε από την Πόλη και θα σού δώσω όποια επαρχία θέλεις. Αλλά αν αρνηθείς, μάρτυρές μου ο Θεός και ο μεγάλος προφήτης ότι δεν θα λυπηθώ κανέναν, αλλά θα σκοτώσω όλους χωρίς εξαίρεση».

Όταν ο Βαγιαζήτ έστειλε αυτό και άλλα οργισμένα μηνύματα, οι Κωνσταντινοπολίτες εναπέθεσαν τις ελπίδες τους στον Θεό. Πολύ πριν είχαν φέρει στην Πόλη μικρό απόθεμα προμηθειών. Η απάντησή τους στον Βαγιαζήτ ήταν η εξής:

«Πηγαίνετε και πείτε στον κύριό σας: Είμαστε αδύναμοι και καταπιεσμένοι. Δεν υπάρχει μέρος όπου μπορούμε να βρούμε καταφύγιο, εκτός από τον Θεό που βοηθάει τους αδύναμους και καταπιέζει τούς καταπιεστές. Κάνε ό, τι θέλεις».41

Ο Τιμούρ καταλαμβάνει το Έρζιντζαν, τη Σεβάστεια, τη Δαμασκό και το Χαλέπι

Εκείνες τις ημέρες ήρθαν αγγελιοφόροι φέρνοντας μηνύματα από την Aμάσεια, ότι ο Τιμούρ-χαν εκστρατεύει εναντίον τής Συρίας. Ο Βαγιαζήτ διέσχισε τα στενά και μένοντας στην Προύσα έστειλε μηνύματα παντού, καλώντας όλες τις δυνάμεις του από την Ανατολή και τη Δύση. Ο Τιμούρ-χαν περνώντας από την Αρμενία, κατέλαβε πρώτα το Έρζιντζαν με τον νόμο τού πολέμου και κατέσφαξε όλους τούς αποίκους που είχε εγκαταστήσει εκεί ο Βαγιαζήτ. Ύστερα προχώρησε στη μεγαλούπολη τής Σεβάστειας και την περιχαράκωσε. Ζήτησε να τού παραδώσουν την πόλη, αλλά οι μέσα δεν ενέδωσαν, οπότε την κατέσκαψε από όλες τις πλευρές και την έκανε να στηρίζεται πάνω σε δοκάρια και σανίδες που πατούσαν σε θεμέλια, χωρίς να γνωρίζει κανένας από τούς μέσα εκείνα που γίνονταν εναντίον τους, γιατί οι υπονομευτές είχαν αρχίσει το σκάψιμο πάνω από ένα μίλι μακριά από την πόλη. Η πόλη ήταν χτισμένη από άψητα τούβλα. Τότε έστειλε πάλι μήνυμα στους μέσα λέγοντας:

«Αν θέλετε να σωθείτε, παραδώστε την πόλη».

Επειδή εκείνοι δεν πείθονταν, αλλά εκτόξευαν χωρίς μέτρο άσεμνες φράσεις, οι άνδρες του έβαλαν φωτιά στα δοκάρια πάνω στα οποία στηριζόταν η πόλη, η οποία γκρεμίστηκε συθέμελα και μπαίνοντας άρχισαν να σφάζουν αλύπητα και να γδύνουν τούς πολίτες. Ο Τιμούρ-χαν διέταξε να μαζευτούν όλοι οι προύχοντες τής πόλης και πρόσταξε να σκαφτούν λάκκοι σε μέγεθος τάφων και να τούς δέσουν με τρόπο που δεν είχε ποτέ σκεφτεί κανείς από τούς άλλους τυράννους. Λύγιζαν τον αυχένα τους και τον έβαζαν ανάμεσα στα σκέλη τους, μέχρι η μύτη κάθε ταλαίπωρου να φτάσει στον πρωκτό του, οι δε κνήμες και τα γόνατά του να κρέμονται δίπλα σε καθένα από τα αυτιά του. Ο άνθρωπος ριχνόταν στον τάφο σαν σφαιροειδής σκαντζόχοιρος. Βάζοντας σε κάθε μνήμα δέκα ή περισσότερους, δεν το γέμιζαν με χώμα, αλλά αφού το έκλειναν με σανίδες, έριχναν το χώμα από πάνω, ώστε να μην πεθάνουν εύκολα από πνιγμό. Τέτοιο βασανιστήριο επινόησε ο Σκύθης. Αφού κατέστρεψε εντελώς την πόλη, πήγε στα μέρη τής Φοινίκης και, προχωρώντας μέχρι τη Δαμασκό, έκαψε και λεηλάτησε και άρπαξε αμέτρητα πλούτη και πολλούς αιχμαλώτους. Αφού ερήμωσε τη Δαμασκό, προχώρησε στο Χαλέπι και το αφάνισε και μετέφερε πολλούς τεχνίτες στην Περσία. Αφού τρομοκράτησε τούς Άραβες, επέστρεψε στη Σαμαρκάνδη, τη μητρόπολη τής Περσίας. Ο Βαγιαζήτ, έχοντας ενημερωθεί για τα γεγονότα στο Έρζιντζαν, την πόλη τής Σεβάστειας και στη Συρία, στη Δαμασκό και το Χαλέπι, δεν σταματούσε να στρατολογεί στρατεύματα στην Ανατολή και την Ασία, συγκεντρώνοντας νέο στρατό και μεγαλώνοντάς τον πολύ.42

Οι φτωχοί Κωνσταντινουπολίτες και ο αυτοκράτορας, υψώνοντας τα χέρια τους προς τον Θεό ικέτευαν με πολλά δάκρυα λέγοντας:

«Θεέ και Κύριε τού ελέους, βοήθησε εμάς, τούς κακούς υπηρέτες σου. Σε αυτόν που απειλεί εμάς και αυτή τη δική σου κατοικία και τα ιερά πράγματα που βρίσκονται μέσα σε αυτήν, δώσε άλλη προσοχή, άλλο ενδιαφέρον, άλλην ανησυχία, ώστε να απελευθερωθούμε από την τυραννία του και να δοξάσουμε εσένα τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον Ένα Θεό, στους αιώνες. Αμήν».43

Ο Τιμούρ συντρίβει τούς Οθωμανούς και συλλαμβάνει τον Βαγιαζήτ A

Όταν μπήκε η άνοιξη, ο Τιμούρ-χαν πήγε από την Περσία στις περιοχές τού ποταμού Ντον και συγκέντρωσε τούς Ταυροσκύθες και τούς Ζυγούς και τούς Αβασγούς.44 Κατεδάφισε τα φρούρια τού Βοσπόρου45 και στη συνέχεια διέσχισε τις περιοχές τής Αρμενίας. Πέρασε από την Καππαδοκία με μεγάλο στρατό, στρατολογώντας πολλούς Αρμένιους, και έφτασε στην περιοχή τής Γαλατίας, έχοντας τόσο μεγάλο στρατό, όπως και ο Ξέρξης τού παρελθόντος.46

Και ο Βαγιαζήτ, έχοντας κι αυτός συγκεντρώσει όλα τα στρατεύματά του από τη Θράκη και την Ανατολή καθώς και τις νεοστρατολογημένες δυνάμεις του, έχοντας μαζί του και τον Σέρβο Στέφανο, τον γιο τού Λάζαρου,47 με πολλούς λογχοφόρους, ξεκίνησε να συναντήσει τον Τιμούρ. Καθώς πλησίαζε στη Γαλατία, έμαθε ότι ο Τιμούρ είχε στήσει στρατόπεδο στην πόλη τής Άγκυρας. Ο Βαγιαζήτ έστησε τις σκηνές του στη μέση τού κάμπου κοντά στην Άγκυρα, εκεί όπου ο ποταμός έρρεε απευθείας, παρέχοντας πόσιμο νερό για τις ανάγκες τού στρατού και των αλόγων και ολόκληρης τής εκστρατευτικής δύναμης. Ο Τιμούρ είχε στρατοπεδεύσει σε άνυδρη περιοχή. Τι έγινε όμως μετά; Ο Βαγιαζήτ έστειλε εντολή σε όλο το στρατόπεδο, ότι την επόμενη μέρα έπρεπε να βγουν όλοι για να κυνηγήσουν. Βγήκε λοιπόν μαζί με ολόκληρο τον στρατό, κυνηγώντας τρεις ημέρες και καταδιώκοντας ελάφια. Στο μεταξύ ο Τιμούρ άφησε τον τόπο όπου βρισκόταν και ήρθε και στρατοπέδευσε στις όχθες τού ποταμού, εκεί όπου βρισκόταν πριν ο Βαγιαζήτ. Το νερό ήταν λιγοστό, επειδή ο ήλιος περνούσε τώρα στο ζώδιο τού Λέοντα, αλλά ο Τιμούρ δεν φρόντιζε πια για πόσιμο νερό. Ο Βαγιαζήτ όμως, αντιμετωπίζοντας αλαζονικά και υπεροπτικά τη σύγκρουση με τον Τιμούρ, τη θεώρησε δευτερεύουσας σημασίας και ασχολούνταν με το κυνήγι. Αυτή ήταν η αρχική αιτία τής ατυχίας του. Γιατί καθώς βγήκε για κυνήγι ενώ ο ήλιος βρισκόταν ψηλά στον ουρανό, οι στρατιώτες ταλαιπωρούνταν από τον καύσωνα. Ζητούσαν νερό και δεν υπήρχε. Χωρίς νερό πέθαιναν. Πέντε χιλιάδες άνδρες πέθαναν από αυτό το μαρτύριο. Ο Βαγιαζήτ επέστρεψε ύστερα από τρεις ημέρες στον ίδιο τόπο, αλλά βρήκε τον Τιμούρ στρατοπεδευμένο εκεί. Το νερό δεν ήταν πια υπό τον έλεγχό του, ούτε υπήρχε εύκολη πρόσβαση σε αυτό λόγω τού εδάφους. Από την τρομερή ανάγκη και τη σοβαρότητα τής κατάστασής τους συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να δώσουν μάχη την επόμενη μέρα.48 49

Εκείνες τις ημέρες, όταν ο ήλιος έμπαινε στην άνοιξη περνώντας από το ζώδιο των Διδύμων, στις δυτικές περιοχές εμφανίστηκε ένα σημάδι από τον ουρανό, προάγγελος κακών που θα έρχονταν. Ήταν ένας λαμπρός κομήτης με την ουρά του όρθια ψηλά σαν δυνατή φωτιά, πάνω από τέσσερις πήχεις, ωθώντας τη δέσμη του σαν δόρυ από τη δύση προς την ανατολή. Όταν ο ήλιος βυθιζόταν κάτω από τον ορίζοντα, τότε ο κομήτης άπλωνε τη δική του ακτίνα και φώτιζε τις πιο μακρινές γωνίες τής γης. Δεν επέτρεπε στα άλλα αστέρια να λάμπουν ούτε στον αέρα να μαυρίζει, αλλά αντίθετα απλωνόταν πολύ. Η φλόγα ήταν πιο έντονη στο μεσουράνισμα, ενώ οι ακτίνες περιορίζονταν μόνο από τον ίδιο τον ορίζοντα. Οι Ινδοί, οι Χαλδαίοι, οι Αιγύπτιοι, οι Φρύγες και οι Πέρσες είδαν αυτό το σημάδι, καθώς και οι κάτοικοι τής Μικράς Ασίας και οι Θράκες, οι Ούννοι, οι Δαλμάτες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί και οι Γερμανοί, καθώς και κάθε άλλο έθνος που κατοικούσε στις ακτές τού ωκεανού. Αυτός ο πολύ τρομακτικός κακός οιωνός συνέχιζε να ακτινοβολεί και να λάμπει παντού —γι’ αυτό και ονομάζεται λαμπαδίας50— μέχρι τη φθινοπωρινή ισημερία, όταν ο ήλιος ξεκινούσε την πορεία του στο ζώδιο τού Ζυγού.51

Ας επιστρέψουμε τώρα και ας δούμε τα παράξενα θαύματα τού Θεού. Πώς δηλαδή καταπόντισε τον Φαραώ μέσω ενός άλλου Φαραώ και πώς ο λαός τού Κυρίου βρήκε κατάπαυση από τις πολλές δοκιμασίες του, αλλά δεν το είδε ούτε το κατάλαβε.

Εκείνο το βράδυ ο Σκύθης εξέδωσε εντολές σε ολόκληρο το στρατόπεδο, ότι όλοι έπρεπε να είναι έτοιμοι το πρωί, πάνω στα άλογα και πλήρως οπλισμένοι. Σηκώθηκε νωρίς το πρωί και παρέταξε όλους τούς αξιωματικούς του. Τοποθέτησε διοικητή στη δεξιά πτέρυγα τον μεγαλύτερο γιο του και στην αριστερή τον εγγονό του (γιατί ο Τιμούρ ήταν πάνω από εξήντα ετών). Ο ίδιος πήρε τη θέση του στο πίσω μέρος. Τότε απευθύνθηκε στα στρατεύματά του λέγοντας:

«Ω παραταγμένα στρατεύματά μου και αήττητε στρατέ μου, αδαμάντινη φύση, συμπαγές τείχος και αδάμαστη φυλή. Έχετε ακούσει για τα ηρωικά κατορθώματα που έγιναν από την αρχή από τούς πατέρες μας, όχι μόνο στην Ανατολή (γιατί αυτή είναι και η πατρίδα μας), αλλά και στην Ευρώπη και στην Αφρική και, με λίγα λόγια, σε ολόκληρο τον κόσμο. Γνωρίζετε πολύ καλά την εκστρατεία που ανέλαβαν ο Ξέρξης και ο Αρταξέρξης εναντίον των Ελλήνων, των Ελλήνων λέω, αυτών των ηρωικών ημιθέων ανδρών. Συγκριτικά με εκείνους, αυτοί οι μισοβάρβαροι Τούρκοι είναι σαν την ακρίδα μπροστά στα λιοντάρια. Δεν τα υπενθυμίζω αυτά για να σάς δώσω θάρρος. Γιατί το θήραμα βρίσκεται ήδη στα χέρια μας. Ας μην ξεφύγει αυτό το σκιάχτρο από τα χέρια μας. Πιάστε το σώο και αβλαβές, ώστε να το πάμε πίσω στην Περσία, να το δείξουμε στα παιδιά μας και να το διδάξουμε να μη μάς ζητάει ν’ αποκηρύξουμε τις συζύγους μας. Τώρα θέλω να κυκλωθεί αυτό το μεγάλο πεδίο που βρίσκεται μπροστά μας. Η δεξιά πτέρυγα ας προχωρήσει προς τα εμπρός με κυκλικό ελιγμό, καθώς και η αριστερή. Περικυκλώστε ολόκληρο το πεδίο και αφήστε τον εχθρό να βρεθεί στη μέση, σαν κέντρο τού άξονα».

Τότε οι δύο πτέρυγες, η μία από τα δεξιά και η άλλη από τα αριστερά, άρχισαν να περικυκλώνουν την περιοχή, ενώ ήταν ακόμη νωρίς το πρωί.52

Όταν ανέτειλε ο ήλιος, ο Βαγιαζήτ ανέπτυξε και αυτός τις λεγεώνες του. Έδωσε εντολή να ηχήσει το πολεμικό σάλπισμα και στεκόταν περιμένοντας την αρχική επίθεση των Σκυθών. Οι Σκύθες, από την άλλη πλευρά, έκαναν εκείνα που τούς είχαν προστάξει, χωρίς ήχο ή φωνή ή θόρυβο οποιουδήποτε είδους, εργαζόμενοι σαν ακούραστα μυρμήγκια. Ο Βαγιαζήτ άρχισε να χλευάζει και να βρίζει τούς ευγενείς του. Χτυπούσε τούς διοικητές και τούς μαστίγωνε, επειδή δεν αναπτύσσονταν σωστά για τη μάχη. Ένας διοικητής που πολεμούσε με τη σημαία τού Αϊδινιού, ακούγοντας ότι ο άρχοντάς του, ο εμίρης τού Αϊδινιού, βρισκόταν απέναντι μαζί με τον αδελφό του, εγκατέλειψε τη θέση του και παίρνοντας τη σημαία, μαζί με πεντακόσιους βαριά οπλισμένους στρατιώτες, λιποτάκτησε στον εχθρό. Το ίδιο έκαναν και οι δυνάμεις τού εμιράτου τού Σαρουχάν. Επίσης και οι στρατιώτες των εμιράτων τού Μεντεσέ και τού Τζερμιγιάν, όταν είδαν τούς εμίρηδές τους να τούς φωνάζουν και να τούς κάνουν νοήματα, έφευγαν επίσης και πήγαιναν με τούς αντιπάλους τους.53 Ο Βαγιαζήτ, σαν την καλιακούδα, έχανε σταδιακά τα φτερά του.54 Τα στρατεύματα των Σκυθών τον περικύκλωναν, μέχρι που ο κύκλος τελικά έκλεισε.55

Ο γιος τού Λαζάρου Στέφανος, ο κουνιάδος τού Βαγιαζήτ, που βρισκόταν ακόμη στο πλευρό του με τούς πέντε χιλιάδες Σέρβους λογχοφόρους του, βλέποντας αυτούς τούς ελιγμούς αρνήθηκε να δεχτεί την ήττα. Αυτός και οι δυνάμεις του προχώρησαν προς τούς Σκύθες με πολεμική μανία, γέρνοντας όλες τις λόγχες προς το μέτωπο των Σκυθών. Όταν οι Σκύθες είδαν την άγρια και τολμηρή τους επίθεση, άνοιξαν τις γραμμές τους και τούς άφησαν να περάσουν. Οι Σκύθες τόξευαν τα βέλη τους στο πίσω μέρος των ιππέων, χτυπώντας τα πλευρά των αλόγων. Δεν κατάφεραν όμως να προκαλέσουν μεγάλη ζημιά στους αναβάτες, επειδή εκείνοι φορούσαν σιδερένιες πανοπλίες. Όταν οι Σέρβοι γύρισαν, οι Σκύθες άνοιξαν ξανά τις γραμμές τους και τούς άφησαν να περάσουν. Έπεσαν πολλοί και από τις δύο πλευρές. Ο Στέφανος πλησίασε τον Βαγιαζήτ και προσπάθησε να τον πείσει να δραπετεύσει, αλλά δεν μπόρεσε. Πολλά σκυλιά τον είχαν ήδη περικυκλώσει και δυνατοί ταύροι τον είχαν περιβάλει. Κι ο Στέφανος, βλέποντας τι συνέβαινε και προβλέποντας τι επρόκειτο να ακολουθήσει, πήρε τούς δικούς του άνδρες και τον μεγαλύτερο γιο τού Βαγιαζήτ, τον Σουλεϊμάν, και χτύπησε ξανά στο κέντρο τού εχθρού. Διασκορπίζοντάς τους με μεγάλη δύναμη και χάνοντας και ο ίδιος πολλούς, σφάζοντας μεγάλο πλήθος, μόλις κατάφερε να ξεφύγει από την ενέδρα. Οι Σκύθες είχαν πυκνώσει, μετακινούμενοι από τον εξωτερικό κύκλο στο γεμάτο κέντρο. Ο Στέφανος έφυγε παίρνοντας τον δρόμο που οδηγούσε στην Προύσα και ο Σουλεϊμάν πήγε μαζί του.56

Οι Σκύθες έσφαζαν ανελέητα τούς Τούρκους που τρέπονταν σε φυγή, έως ότου ο Βαγιαζήτ, εξαιτίας τής μεγάλης συμφόρησης, ανέβηκε σε λόφο στη μέση τής πεδιάδας, μαζί με δέκα περίπου χιλιάδες σκλάβους του, τούς οποίους ονομάζουν Γενίτσαρους.57 Όλοι οι άλλοι τρέπονταν σε φυγή με αναταραχή. Όταν οι Σκύθες, καταδιώκοντας τούς Τούρκους, είδαν τον Βαγιαζήτ στη μέση τού διχτυού σαν λαβράκι που σπαρταράει, ακούστηκε η εντολή:

«Μη σκοτώσετε κανέναν».

Έγδυσαν τούς αιχμάλωτους και τούς άφησαν. Υπάρχει θεϊκός νόμος που μεταβιβάζεται στους απογόνους μέσω διαδοχικών γενεών —όχι μόνο μεταξύ των Ρωμαίων αλλά και μεταξύ των Περσών και των Τριβαλλών και των Σκυθών— ότι όταν ο εχθρός είναι ομόθρησκος, λάφυρα μόνο πρέπει να λαμβάνονται. Οι άνθρωποι να μην αιχμαλωτίζονται, ούτε να φονεύονται έξω από το πεδίο τής μάχης.58

Τότε οι σκλάβοι τού Βαγιαζήτ έπεφταν σαν λιοντάρια πάνω στους Σκύθες. Οι Σκύθες όμως, χάρη στους πολύ μεγαλύτερους αριθμούς τους, αντιστέκονταν στους Τούρκους. Τι άραγε μπορούσαν να κάνουν δέκα από αυτούς εναντίον εκατό Σκυθών; Σφάχτηκαν όλοι. Οι ατυχίες που είχαν πλήξει τον Βαγιαζήτ είχαν φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε να τον πλησιάσουν οι Σκύθες και να τού πουν:

«Κύριε Βαγιαζήτ, κατέβα από το άλογο και προχώρα. Σε θέλει ο Τιμούρ-χαν».

Τότε, χωρίς να θέλει, κατέβηκε από το άλογό του, που ήταν αραβικό και άξιζε πάρα πολλά χρήματα. Εκείνοι σέλλωσαν ένα μικρό αλογάκι, τον έβαλαν να καθήσει πάνω του και τον οδήγησαν στον Τιμούρ-χαν.59

Όταν ο Τιμούρ πληροφορήθηκε ότι είχε συλληφθεί ο Βαγιαζήτ, διέταξε να στηθεί μια σκηνή. Καθόταν μαζί με τον γιο του μέσα στη σκηνή παίζοντας σκάκι (ζατρίκιον), το οποίο οι Πέρσες αποκαλούν σαντράτζ και οι Λατίνοι σκάκις, θέλοντας έτσι να δείξει ότι

«δεν ανησυχούσα για τη σύλληψη τού Βαγιαζήτ, αφού με την πολύ μεγάλη αριθμητικά δύναμή μου τον είχα σαν πουλάκι σε παγίδα».

Στην πραγματικότητα όμως υποκρινόταν, γιατί παρόλο που είχε διπλάσια σε αριθμό στρατεύματα στο πεδίο, τον βασάνιζε μεγάλη ανησυχία και μνησικακία, μέχρι που είδε την πορεία τής τύχης να ρέει βολικά προς τη δική του κατεύθυνση. Τότε επινόησε ιστορίες και προχώρησε σε μυθοπλασίες και θεωρούσε τα δώρα τής τύχης ως δικά του ηρωικά κατορθώματα.60

Οδήγησαν τον Βαγιαζήτ στην πόρτα τής σκηνής, τον έστησαν όρθιο και ύψωσαν τις φωνές τους επευφημώντας τον Τιμούρ-χαν, φωνάζοντας μαζί με τις επευφημίες και το όνομα τού Βαγιαζήτ λέγοντας:

«Να λοιπόν και ο αρχηγός των Τούρκων, στάθηκε μπροστά σου αιχμάλωτος».

Ο Τιμούρ, απασχολημένος με τη μελέτη τής παρτίδας τού σκακιού, δεν σήκωνε τα μάτια να δει εκείνους που τον επευφημούσαν. Τότε τον επευφήμησαν και πάλι, αλλά με πιο δυνατή φωνή, ενώ ανάγγειλαν για δεύτερη φορά το όνομα τού Βαγιαζήτ. Εκείνη τη στιγμή ο Τιμούρ ηττήθηκε στην παρτίδα τού σκακιού από τον γιο του, ο οποίος έκανε την κίνηση που ονομάζεται ρουά ματ, στα περσικά σαχ ρουχ61 και στα ιταλικά σκάκο ζόγκο. Από τότε ο Τιμούρ αποκαλούσε Σαχ Ρουχ τον γιο του. Σηκώνοντας τα μάτια και βλέποντας τούς φρουρούς με τον Βαγιαζήτ να στέκεται στη μέση σαν εγκληματίας, τούς ρώτησε:

«Αυτός είναι που πριν από λίγο καιρό θα μάς χώριζε από τις γυναίκες μας, αν δεν τον αντιμετωπίζαμε σε μάχη;»

Ο Βαγιαζήτ απάντησε:

«Εγώ είμαι. Αλλά δεν πρέπει να περιφρονείς αυτούς που έχουν πέσει. Είσαι επίσης κυβερνήτης και πρέπει να ξέρεις ότι είναι καθήκον σου να υπερασπίζεσαι τα σύνορα τής επικράτειάς σου».

Ο Τιμούρ, συνειδητοποιώντας ότι ο Βαγιαζήτ υπέφερε από εξάντληση (επειδή δεν είχε φάει από το πρωί μέχρι το σούρουπο και είχε αφυδατωθεί από τον μεγάλο καύσωνα και την υγρασία), σηκώθηκε και διέταξε τον Βαγιαζήτ να καθίσει απέναντί του. Τού μίλησε με λόγια ανακούφισης και παρηγοριάς, πρόσταξε να στηθούν τρεις σκηνές, δηλαδή θαυμάσια περίπτερα, και τού είπε:

«Πήγαινε και ξεκουράσου. Μην ανησυχείς ότι θα κάνω σε σένα εκείνα που έχεις κάνει σε άλλους. Σού ορκίζομαι στον Θεό και τον προφήτη του, ότι κανένας δεν θα χωρίσει την ψυχή σου από το σώμα της, εκτός από τον Θεό που την ένωσε».

Όταν ο Βαγιαζήτ μπήκε στις σκηνές που είχε δώσει ο Τιμούρ, ο Τιμούρ πρόσταξε να σκαφτεί τάφρος γύρω από τις σκηνές. Χίλιοι βαριά οπλισμένοι Πέρσες στρατιώτες έπρεπε να φρουρούν περικυκλώνοντας τις σκηνές, ενώ έξω από την τάφρο έπρεπε να φρουρούν πέντε χιλιάδες ελαφρώς οπλισμένοι οικιακοί στρατιώτες, εναλλασσόμενοι μέρα και νύχτα.62

Ο Τιμούρ έμεινε οκτώ ημέρες στο πεδίο όπου είχε γίνει η μάχη. Στη διάρκεια αυτών των ημερών ο περσικός στρατός διασκορπίστηκε από τη Γαλατία στη Φρυγία, τη Βιθυνία, την Παφλαγονία, τη Μικρά Ασία, την Καρία, τη Λυκία και την Παμφυλία, έτσι ώστε να φαίνεται ότι ολόκληρος ο στρατός τού Τιμούρ, καθώς και ο ίδιος ο Τιμούρ, βρισκόταν σε κάθε επαρχία και πόλη. Σε αυτές τις οκτώ μέρες ο στρατός απλώθηκε και πλημμύρισε τα πάντα. Ο Τιμούρ, παίρνοντας πολλούς αιχμαλώτους και πλούτη από την Άγκυρα και πυρπολώντας και καταστρέφοντας όλους εκείνους που αντιμετώπιζε, έφτασε στην Κιουτάχεια, τη μητρόπολη τής Φρυγίας, έχοντας μαζί του και τον Βαγιαζήτ, που ήταν περιφραγμένος καλά, με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω.63

Συνέβη όμως κάτι στην Άγκυρα, που είναι αξιομνημόνευτο. Κατά τη διάρκεια τής μάχης ο Βαγιαζήτ είχε μαζί του τέσσερις από τούς γιους του: τον Σουλεϊμάν που ήταν ο μεγαλύτερος, τον δεύτερο Ισά, τον τρίτο Μεχμέτ και τον τέταρτο, τον Μούσα.64 Οι άλλοι δύο γιοι του, ο Μουσταφά και ο Ορχάν, ήσαν βρέφη και βρίσκονταν ακόμη στο σπίτι. Εκείνη τη χρονιά στον τρίτο γιο, τον Μεχμέτ, είχε ανατεθεί από τον πατέρα του η επαρχία τής Γαλατίας. Όταν λοιπόν είδε κι εκείνος ότι ο πατέρας του θα έπεφτε σε λίγο στα χέρια των Σκυθών, δραπέτευσε και αυτός με τα στρατεύματα υπό την ηγεσία του και έφυγε στα βουνά, όπου περίμενε να δει τι θα συμβεί. Βρήκε εξειδικευμένους επαγγελματίες σκαπανείς, που ήρθαν τη νύχτα και έσκαψαν την τάφρο. Έφτασαν ακριβώς ανάμεσα στις σκηνές και θα είχαν ολοκληρώσει το πονηρό τους σχέδιο, αν κάποια θεία δύναμη δεν εμπόδιζε την απελευθέρωση τού άθλιου. Νωρίς την αυγή (ο ήλιος, διασχίζοντας τον αστερισμό τού Λέοντα, είχε κρυφτεί κάτω από τη γη εννέα περίπου ώρες) έφτασε η νέα φρουρά και βλέποντας τα χώματα τής τρύπας έβαλαν τις φωνές. Σηκώθηκαν οι φρουροί τής νύχτας και φώναξαν κι εκείνοι. Υπήρξε μεγάλη αναστάτωση σε ολόκληρο το στράτευμα. Πήδηξαν πάνω από την τάφρο και βρήκαν τον Βαγιαζήτ να στέκεται στη μέση τής σκηνής του μαζί με τον Χότζα Φιρούζ, τον αρχιευνούχο του, ο οποίος είχε συλληφθεί μαζί του. Οι σκαπανείς διέφυγαν και μαζί τους και ο Μεχμέτ. Το πρωί ο Βαγιαζήτ παρουσιάστηκε στον Τιμούρ. Εκείνος τον περιγέλασε, τον απείλησε και πρόσταξε να αποκεφαλίσουν τον Χότζα Φιρούζ μπροστά στα μάτια τού Βαγιαζήτ. Από εκείνη λοιπόν τη στιγμή και μετά πρόσεχαν ιδιαίτερα τον Βαγιαζήτ. Κατά τη διάρκεια τής νύχτας τού περνούσαν σιδερένια περιλαίμια και χειροπέδες, ενώ κατά τη διάρκεια τής ημέρας τον φρουρούσαν πολλοί στρατιώτες.65

Ο Τιμούρ παίρνει τη Σμύρνη από τούς Ιωαννίτες ιππότες

Αναχωρώντας από την Κιουτάχεια, καταστρέφοντας, αιχμαλωτίζοντας και αρπάζοντας κάθε θησαυρό, η ύπαρξη τού οποίου αποκαλυπτόταν με βασανιστήρια και πολλές τιμωρίες, καίγοντας, κρεμώντας, θάβοντας ανθρώπους ζωντανούς και προκαλώντας κάθε πιθανό είδος βασανισμού, ο Τιμούρ ήρθε στην Προύσα. Ανοίγοντας τα ταμεία, άδειασε τούς χρυσούς και ασημένιους θησαυρούς που είχαν κερδίσει οι Ρωμαίοι, πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια που τούς μετρούσαν με τον χοίνικα, σαν να ήσαν κόκκοι σιταριού. Στην Προύσα βρήκε επίσης τις συζύγους και τις παλλακίδες τού Βαγιαζήτ και ανάμεσά τους την κόρη τού Λάζαρου. Αρπάζοντας τα πάντα από την Προύσα, τη Νίκαια, τη Νικομήδεια και τις γύρω πόλεις, όλους τούς ανεξάντλητους θησαυρούς, έφτασε στην κάτω Φρυγία. Καταστρέφοντας όλα αυτά τα φρούρια και τις πόλεις, προχώρησε στη Μικρά Ασία. Περνώντας στη συνέχεια από το Αδραμύττιον και την Άσσο, έφτασε στην Πέργαμο. Παρέμεινε εκεί αρκετές ημέρες, συγκέντρωσε τούς θησαυρούς των γύρω πόλεων, πήρε αιχμάλωτους νέους και κορίτσια, βασάνισε και τιμώρησε όλους, Τούρκους και Ρωμαίους, καίγοντάς τους ζωντανούς ή αφήνοντάς τους να πεθάνουν στη φυλακή από την πείνα μέχρι να τού δώσουν χρυσό και ασήμι. Αφού συνέλεξε όλα αυτά τα πλούτη, πήγε στη Μαγνησία που βρίσκεται κοντά στο όρος Σίπυλος. Μάζεψε εκεί όλους τούς χρυσούς και ασημένιους θησαυρούς που βρήκε στη Λυδία, καθώς και όλα τα πλούτη των Σάρδεων και τής Φιλαδέλφειας και τής Αττάλειας, και στη συνέχεια πήγε στη Σμύρνη.66

Ο Τιμούρ έστησε τις σκηνές του μπροστά στο φρούριο των Ιπποτών τού Οσπιταλίου, το οποίο είχαν χτίσει την εποχή τού προαναφερθέντος Ουμούρ και ζήτησε την παράδοσή του. Όμως οι Ιππότες τού Οσπιταλίου αρνούνταν, επειδή στο φρούριο είχαν καταφύγει πολλοί άνδρες και γυναίκες από την Έφεσο, τα Θείρα, το Νυμφαίον, καθώς και χριστιανοί από άλλες πόλεις, που πίστευαν ότι αυτό δεν επρόκειτο να πέσει σε κανέναν. Γιατί ο Βαγιαζήτ έκανε κάθε χρόνο επίθεση στο φρούριο, ενώ δεν παρέλιπε να φρουρεί με ασφάλεια τις εξόδους, για να εξαναγκάσει σε παράδοση από πείνα, καθώς δεν πετύχαινε τίποτε με τον πόλεμο. Τότε ο Τιμούρ, συλλαμβάνοντας την ιδέα τής απόφραξης τού στόμιου τού λιμανιού, έδωσε εντολές το απόγευμα, ότι το πρωί κάθε στρατιώτης έπρεπε να πάρει μια πέτρα και να τη ρίξει στο στόμιο τού λιμανιού, όπως κι έγινε. Όταν το είδαν οι υπερασπιστές τού φρουρίου, δείλιασαν. Αν δεν είχαν προλάβει να τραβήξουν τις γαλέρες και τα άλλα πλοία έξω από το λιμάνι, στη θάλασσα, μέχρι την πρώτη ώρα τής ημέρας [στις έξι το πρωί], θα τα είχαν κάνει στάχτη οι Σκύθες. Τα στρατεύματα τού Τιμούρ είχαν μεταμορφώσει τη θάλασσα σε στεριά μέχρι την πρώτη ώρα τού πρωινού. Ούτε το ένα δέκατο —γιατί λέω ένα δέκατο;— ούτε το ένα εκατοστό των στρατευμάτων δεν συμμετείχε στην εκτέλεση τής εντολής.67

Πού βρισκόταν λοιπόν όλος ο στρατός τού Τιμούρ τότε; Αφού περικύκλωσαν ολόκληρη τη χώρα, όπως είπαμε, έπαιρναν τη μια περιοχή μετά την άλλη πριν δοθεί προειδοποίηση, καλύπτοντας συχνά ταξίδι τριών ημερών σε μια μέρα. Περιέτρεχαν ολόκληρη τη χώρα σαν πετούμενα πουλιά, μη έχοντας τίποτε μαζί τους, εκτός από τα εφόδια που χρειάζονταν για να πετύχουν εύκολη νίκη. Ήταν το ίδιο είτε ο στρατός που αγωνιζόταν ήταν μικρός ή μεγάλος σε αριθμό. Ελίσσονταν επιθετικά με μεγάλη ταχύτητα, και το πιο σημαντικό, αδιαφορούσαν εντελώς για τον εαυτό τους και στη μάχη αντιμετώπιζαν τον εχθρό σαν άγρια θηρία.68

Οι Σκύθες κατάφεραν να διασχίσουν το στόμιο τού λιμανιού και εμφανίστηκαν μπροστά στην τάφρο. Οι Ιππότες τού Οσπιταλίου πολεμούσαν γενναία από τις επάλξεις και τα βέλη τους έκοβαν τούς Σκύθες, που έπεφταν στην τάφρο σαν ακρίδες που τις έκοβαν πουλιά. Τα πτώματά τους γέμιζαν την τάφρο, αλλά οι Σκύθες πολλαπλασιάζονταν σαν τα κεφάλια τής Λερναίας Ύδρας. Όταν λοιπόν η τάφρος γέμισε σώματα, οι υπόλοιποι Σκύθες, αμέτρητος αριθμός από αυτούς, διέσχισαν την τάφρο πατώντας πάνω στα πτώματα. Έστησαν σκάλες και ανέβαιναν προς τα πάνω, ενώ άλλοι κατέβαιναν στον Άδη, χωρίς να ανησυχεί ο ζωντανός για τον νεκρό, αν ήταν πατέρας ή γιος. Ένας μόνο στόχος υπήρχε στο μυαλό όλων: Ποιος θα ανέβει πρώτος και θα στήσει το λάβαρο στον πύργο. Σκαρφαλώνοντας από όλες τις πλευρές, κυνηγούσαν τούς Ιππότες που έφευγαν μέσα για να σωθούν. Τράβηξαν τις γαλέρες κοντά στο φρούριο και οι Ιππότες τού Οσπιταλίου επιβιβάζονταν μέσα σε απόλυτη σύγχυση και αταξία, παίρνοντας μαζί τους τον βαΐλο69 και τα υπόλοιπα μέλη τού τάγματός τους. Εκείνοι που είχαν έρθει από έξω για να προστατευτούν, χριστιανοί όλοι με τις συζύγους και τα παιδιά τους, μερικοί πήδηξαν στη θάλασσα ενώ άλλοι, αρπάζοντας είτε τα πηδάλια των γαλερών ή τα κουπιά ή τα σχοινιά τής πλώρης ή τις άγκυρες, φώναζαν σε εκείνους που βρίσκονταν πάνω στα πλοία:

«Λυπηθείτε μας! Χριστιανοί είμαστε! Μη μάς αφήνετε εδώ».

«ἐλεήσατε ἡμᾶς Χριστιανούς ὄντας, καὶ μὴ ἐγκαταλίπητε ὦδε.»

Και οι Ιππότες τού Οσπιταλίου, αφού χτύπησαν με ρόπαλα αυτά τα τεντωμένα χέρια, άνοιξαν πανιά και αναχώρησαν, αφήνοντας πίσω τούς χριστιανούς μισοπεθαμένους. Στη συνέχεια οι Σκύθες κατέλαβαν την ακρόπολη και αφού συγκέντρωσαν τούς αιχμαλώτους (γιατί μαζί με τις συζύγους και τα παιδιά ήσαν περισσότεροι από χίλιους), τούς οδήγησαν ενώπιον τού Τιμούρ, ο οποίος διέταξε να κοπούν τα κεφάλια όλων με το σπαθί. Ύψωσε έναν πύργο, τοποθετώντας σειρές από πέτρες και κεφάλια σε εναλλασσόμενη σειρά. Όπου υπήρχε πέτρα σε ένα επίπεδο, τοποθετούνταν κεφάλι πάνω της στο επόμενο επίπεδο, ενώ όπου υπήρχε κεφάλι, τοποθετούνταν πέτρα πάνω από αυτό και όλα τα πρόσωπα κοιτούσαν προς τα έξω. Ήταν πράγματι παράξενο θέαμα και απάνθρωπη επινόηση.70

Οι Γενουάτες και ο Γκατελούζο υποτάσσονται στον Τιμούρ

Οι πόλεις τής Παλαιάς και τής Νέας Φώκαιας έστειλαν πρέσβεις στον Τιμούρ πριν φτάσει στην περιοχή τής Ιωνίας και τον προσκύνησαν προσφέροντας πολλά δώρα. Εκείνος τούς καλωσόρισε και έκανε μαζί τους συνθήκη ειρήνης. Η Νέα Φώκαια ανήκε στους Γενουάτες ενώ η Παλαιά Φώκαια αναφερόταν στον άρχοντα τής Μυτιλήνης. Όταν ο Τιμούρ έφτασε στη Σμύρνη και πολεμούσε εκεί, έστειλε τον εγγονό του να κατοπτεύσει τις πόλεις τής Παλαιάς και τής Νέας Φώκαιας. Όταν το έμαθε ο άρχοντας τής Λέσβου, επιβιβάστηκε σε γαλέρα και έπλευσε στην Παλαιά Φώκαια, όπου βγήκε από την πόλη και φιλοξένησε όπως έπρεπε τον εγγονό τού Τιμούρ.71 Αφού έφαγαν και ήπιαν και χάρηκαν μαζί, τον έστειλε πίσω με πολλά δώρα. Με τη σειρά του ο εγγονός τού Τιμούρ τού έδωσε ένα σκήπτρο ως ένδειξη φιλίας, και ασπάστηκαν ο ένας τον άλλο. Ο ένας επιβιβάστηκε στη γαλέρα, ο άλλος ανέβηκε στο άλογό του και έτσι χώρισαν. Όταν ο εγγονός τού Τιμούρ έφτασε στη Σμύρνη και τη βρήκε ισοπεδωμένη μέχρι τα θεμέλιά της, προχώρησε προς την Έφεσο, στην οποία συνέρρεαν στρατεύματα από παντού. Γιατί ο Τιμούρ είχε δώσει εντολή από την Άγκυρα, ότι όπου κι αν βρίσκονταν οι ευγενείς και οι σατράπες με τα στρατεύματά τους, έπρεπε όλοι να συναντηθούν στην Έφεσο, επειδή από την Έφεσο επρόκειτο να επιστρέψει στην πατρίδα του.72

Ο Τιμούρ έστησε τις σκηνές του εκεί και έμεινε για τριάντα ημέρες. Συγκέντρωσε τούς κατοίκους από όλα τα οχυρά στα περίχωρα τής πόλης και από τις γειτονικές πόλεις και χωριά. Μάζεψε τα χρυσά και ασημένια τιμαλφή που είχαν αφήσει οι πρόγονοί τους, καθώς και κάθε άλλο πολύτιμο υλικό και πολυτελή ενδυμασία, τα οποία παρέδωσαν αφού τούς βασάνισαν και τούς έκαψαν. Ύστερα έφυγε και πήγε στη Μύλασα, τη μητρόπολη τής Καρίας. Ο χειμώνας ήταν τόσο βαρύς, που από το κρύο και τον παγετό είχε αλλάξει και αυτή ακόμη η φύση των τετράποδων ζώων, των πτηνών τού αέρα και των ζωντανών τού νερού. Είχαν στερεοποιηθεί και είχαν μετατραπεί σε πάγο. Τα στρατεύματα πήγαιναν από πόλη σε πόλη και καθεμιά που καταλάμβαναν την άφηναν σε τέτοια κατάσταση ερήμωσης, που δεν ακουγόταν πια ούτε γαύγισμα σκύλου, ούτε κακάρισμα κότας ούτε κλάμα παιδιού. Όπως ο ψαράς ρίχνει το δίχτυ του και το τραβάει στη στεριά από τη θάλασσα, και ό, τι κι αν συναντάει, το τραβάει μαζί του στη στεριά, είτε είναι μεγάλο ψάρι ή μικρό, ακόμη και το πιο ασήμαντο ψαράκι και το μικρό καβούρι, έτσι και αυτοί λεηλάτησαν όλη τη Μικρά Ασία πριν φύγουν μακριά.73

Ο Βαγιαζήτ A πεθαίνει. Ο Τιμούρ επιστρέφει στην Ανατολή (1403)

Από τη Μύλασα πήγαν στην άνω Φρυγία, την Καπατιανή, κάνοντας τα ίδια. Από τη Λαοδίκεια έφτασαν στη Σαλουταρία Φρυγία, την οποία οι Τούρκοι αποκαλούν Καράχισαρ στη γλώσσα τους. Εκεί πέθανε και ο ταλαιπωρημένος Γιλντιρίμ Βαγιαζήτ.74 Φημολογείται ότι αυτοκτόνησε παίρνοντας δηλητήριο. Γιατί ο Τιμούρ ήθελε να ζήσει αυτός και να τον πάει στην Περσία, για να δείξει στους Πέρσες τι είδους θηρίο είχε συλλάβει. Πρώτα, να τον επιδείξει ως θέαμα και να τον διαπομπεύσει και ύστερα, αφού θα τον είχε βασανίσει πολύ, να τού πάρει τη ζωή. Όταν ο Βαγιαζήτ έπνεε τα λοίσθια, ζήτησε το εξής από τον Τιμούρ:

«Εγώ τώρα φεύγω από τη ζωή. Εσύ να είσαι ευγενικός τώρα που πεθαίνω και να δώσεις το σώμα μου για ταφή στον τάφο που έχω χτίσει».

Ο Σκύθης, ακούγοντας αυτά τα λόγια, παραιτήθηκε από τον σκοπό του. Έστειλε το σώμα του με εκατό σκλάβους ενταφιαστές, ελευθερώνοντάς τους ταυτόχρονα. Συνόδευσαν το σώμα του στην Προύσα και το έθαψαν στον τάφο που είχε χτίσει ο Βαγιαζήτ. Φεύγοντας από το Καράχισαρ ο Τιμούρ έφτασε στη Λυκαονία, από εκεί προχώρησε στην Καισάρεια και στη συνέχεια στη Μικρή και τη Μεγάλη Αρμενία. Αφού πέρασε ένα ολόκληρο έτος έξω από την Περσία, ο Τιμούρ επέστρεψε ως κατακτητής και τροπαιοφόρος, φέρνοντας πίσω περισσότερα λάφυρα και λεία από οποιονδήποτε τύραννο Περσών πριν από αυτόν.

Ας επιστρέψουμε τώρα στους επόμενους ηγεμόνες των Οθωμανών και ας διερευνήσουμε πώς κατάφεραν να εξουσιάσουν.75

Ο Μανουήλ Β επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη (9 Ιουνίου 1403)

Όταν ο αυτοκράτορας Μανουήλ έμαθε για την ήττα των Τούρκων και ότι ο Βαγιαζήτ είχε υποστεί συντριπτική αντιστροφή τής τύχης του, σαν να είχε πέσει αστραπή από τον ουρανό, επέστρεψε αμέσως στο Βυζάντιο. Ο ανιψιός του [Ιωάννης Ζ’] τού παρέδωσε το πηδάλιο τής εξουσίας και στάλθηκε στο νησί τής Λήμνου. Ο Μανουήλ ανακηρύχθηκε τώρα μοναδικός αυτοκράτορας από τούς αξιωματούχους τού παλατιού και τον λαό.76

Ο Σουλεϊμάν, γιος τού Βαγιαζήτ A, επιδιώκει την υποστήριξή τού Μανουήλ Β

Ο Σουλεϊμάν, ο οποίος είχε περάσει στη Δύση, μπήκε στην Πόλη και, πέφτοντας στα πόδια τού αυτοκράτορα, τον παρακάλεσε με τα ακόλουθα λόγια:

«Θα γίνω σαν γιος σου και θα γίνεις ο πατέρας μου. Στο εξής, ανάμεσά μας δεν θα φυτρώσει ζιζάνιο ούτε θα υπάρξουν σκάνδαλα. Μόνο να με αναγορεύσεις ηγεμόνα τής Θράκης και όσης άλλης γης έχω αποκτήσει από τούς γονείς μου».

Έδωσε στον Μανουήλ ως όμηρους έναν έφηβο αδελφό και μια αδελφή, το όνομα τής οποίας ήταν Φατμά-Χατούν. Υποσχέθηκε να παραδώσει στον αυτοκράτορα τη Θεσσαλονίκη και τις περιοχές τού Στρυμώνα μέχρι και το Ζητούνιον, την Πελοπόννησο, καθώς και τα εδάφη που περιβάλλουν την Πόλη, από την Πάνιδο μέχρι το Ιερό Στόμιο77 και όλα τα παράκτια φρούρια που βρίσκονται κατά μήκος τού Εύξεινου Πόντου, από το Ιερό Στόμιο μέχρι τη Βάρνα.78 Ο Μανουήλ διαπραγματεύτηκε συνθήκη ειρήνης και έστειλε τον Σουλεϊμάν στην Αδριανούπολη. Ύστερα έστειλε τον Δημήτριο Λεοντάρη, συνετόν άνδρα, ικανό στην τέχνη τού πολέμου, να παραλάβει τη Θεσσαλονίκη.79 Εκείνος, αφού την παρέλαβε και ενημέρωσε τον αυτοκράτορα, εισήγαγε σε αυτήν τον αυτοκράτορα Ιωάννη [Ζ’] και τον ανακήρυξε αυτοκράτορα όλης τής Θεσσαλίας. Ο αυτοκράτορας έστειλε επίσης επιφανείς Ρωμιούς σε όλες τις σημαντικές πόλεις και φρούρια και αυτοί ανέλαβαν τον πλήρη έλεγχο, διὠχνοντας τούς Τούρκους. Στις περιοχές τής Θράκης κυριαρχούσε η απόλυτη ειρήνη και η γαλήνη χωρίς εξεγέρσεις, ενώ στις περιοχές τής Ανατολής υπήρχε μεγάλη αναταραχή και συνεχής αλλαγή των ηγεμόνων στις επαρχίες.80

Οι Τούρκοι αντίπαλοι των Οθωμανών ανακτούν τον έλεγχο των εμιράτων

Όταν πέρασε εκείνος ο σκληρός και θυελλώδης χειμώνας και έφτασε η άνοιξη, τρομερός λιμός και επιδημία έπληξαν όλες τις επαρχίες στις οποίες είχαν πατήσει τα πόδια των Σκυθών και ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι. Με την άδεια τού Τιμούρ επέστρεψε ο Τζερμιγιάν, ο επονομαζόμενος Αλισούρ, και παρέλαβε και πάλι την πατρική του επαρχία. Επίσης ο Σαρουχάν πήρε πίσω την πατρική του επαρχία Λυδία. Οι δύο γιοι τού Ορχάν και τού Αϊντίν, ο Ουμούρ και ο Ισά,81 μοιράστηκαν και αυτοί όλη την Ιωνία. Ο Ιλυάς, ο γιος τού Μεντεσέ, απέκτησε την Καρία και τη Λυδία.82 83

Από τούς γιους τού Βαγιαζήτ που είχαν απομείνει στην Ανατολή, ο Μεχμέτ βρισκόταν στην Άγκυρα τής Γαλατίας επειδή δεν είχε κληρονομιά ή επαρχία. Μαζί του βρισκόταν ο αδελφός του Μούσα που ήταν ακόμη μικρό παιδί. Ο άλλος αδελφός, ο Ισά, περιπλανιόταν εδώ κι εκεί, χωρίς να έχει καμία εξουσία. Το ίδιο και ο Μουσταφά. Καθώς ο Ισά ἐμενε τότε σε εκείνα τα μέρη, έστειλε ο Μεχμέτ από την Άγκυρα έναν από τούς ευγενείς τού πατέρα του, τον Τεμιρτάς, ο οποίος τον αντιμετώπισε [τον Ισά] σε μάχη και έκοψε το κεφάλι του. Ο Μεχμέτ αποκτούσε δύναμη στη Γαλατία. 84

 

<-Παράρτημα: Χορτασμένος Παράρτημα: Χαλκοκονδύλης->
error: Content is protected !!
Scroll to Top