Παράρτημα 03

<-Παράρτημα: Μανουήλ Β' Παράρτημα: Δούκας->

Ιωάννης Χορτασμένος: Αγόρευση τού βασιλέα των Περσών Τιμούρ, ενόψει τού πολέμου εναντίον τού Τόκταμις, βασιλέα των Σκυθών1

Ομιλία τού βασιλέα των Περσών Τιμούρ, με την οποία αγόρευσε όταν επρόκειτο να πολεμήσει εναντίον τού Τόκταμις,2 τού βασιλέα των Σκυθών. Μάς την ανέφερε ο γιος τού κυρίου Δημητρίου Αθηναίου, ο κύριος Θεόδωρος Αθηναίος, που την έμαθε από τον πατέρα του όταν εκείνος εξουσίαζε στη Ρωσία, όπως τού τη μετέφερε ο ονομαζόμενος Ετιγίς,3 ο ύστερα από αυτά αρχηγός των Σκυθών, που πήρε μέρος στη μάχη και άκουσε με τα αυτιά του εκείνα που είπε ο Τιμούρ.4

Όταν επέλασε εκστρατεύοντας εναντίον των νομάδων Σκυθών ο Τιμούρ, ο αυτοκράτορας των Μήδων και των Περσών, προχωρώντας ανάμεσα σε κάποια δύσβατα βουνά, τότε, με το στράτευμα να δυσφορεί εναντίον του και να κατηγορεί τον στρατηγό για την τόση ταλαιπωρία, καταλαβαίνοντας ο βασιλιάς ότι αυτή ήταν η στάση τους απέναντί του, συγκέντρωσε τούς ταξίαρχους και τούς τοπάρχες των Περσών και ανεβαίνοντας σε κάποιο ψηλό σημείο, ώστε να τον βλέπουν όλοι, είπε τα εξής:5

Άνδρες που συγκεντρωθήκατε μαζί μου για τον πόλεμο εναντίον των Σκυθών, καταλαβαίνω ότι εσείς υποφέρετε πολύ για τη δική μου καλή φήμη και ότι θέλετε, αν ήταν δυνατό, να απαλλαγείτε γρήγορα από αυτά τα θλιβερά. Γιατί ευλόγως σάς κάνει να τα σκέφτεστε αυτά τόσο η δυσκολία τού εδάφους που είναι σχεδόν άβατο ακόμη και για ζώα, πόσο μάλλον για στρατιώτες, καθώς και το γεγονός ότι στερείστε κάθε παρηγοριάς, ενώ ταυτόχρονα τα περισσότερα άλογά μας και τα σώματά μας έχουν βασανιστεί κι έχουν, θα λέγαμε, ξοδέψει εκ τών προτέρων το πνεύμα τού πολέμου, από το οποίο βλέπουμε μάλιστα να ηττώνται παντού οι εχθροί και όχι από τα όπλα. Και εγώ ο ίδιος συμμετέχω μαζί σας στους κόπους, αν θεωρούνται επαρκείς αποδείξεις ότι στο σώμα μου έχει οδυνηρά ακρωτηριαστεί ο μηρός μου, ενώ και οι οσφύες μου είναι γεμάτες πολλή μούχλα από το τέντωμα τής φαρέτρας και των τόξων.6

Και γνωρίζετε καλά, λόγω μεγάλων κόπων στο παρελθόν, αν δίστασα γι’ αυτούς έχοντας ηττηθεί. Πιστεύω όμως ότι δεν πρέπει άνδρες στρατιώτες και μάλιστα Πέρσες να αποτρέπονται έτσι από μικρά κακοπαθήματα, αλλά ότι είναι επιθυμία για τιμή να κινηθείτε εσείς προς τούς κόπους, για υπόθεση τόσο πολύ αναγκαία στη ζωή και στην οποία μάλιστα τούς κατά τα άλλα ελευθέρους βλέπουμε να ηττώνται. Για μένα, όσον αφορά εκείνα που με πείθουν να οδηγήσω τον παρόντα πόλεμο σε έργο και να μην υποχωρήσω ό τι κι αν γίνει, αυτά ισχύουν.7

Εκείνος που είχε γίνει αρχηγός των Περσών πριν από μένα, ήταν αλλοίθωρος όπως όλοι γνωρίζετε. Λόγω καταγωγής βρισκόταν σε καλή κατάσταση και αμέσως μόλις έγινε κατάλληλος για τα πράγματα, οφέλησε πολύ την εξουσία των Περσών. Μετά τον θάνατο τού οποίου, παραλαμβάνοντας εγώ την εξουσία, δεν θα μπορούσα να αποφύγω και ο ίδιος να μην πάθω ύστερα τα ίδια και να χωριστώ κάποτε από τούς ανθρώπους με τον θάνατο. Είναι λοιπόν ανάγκη εμείς όταν πεθάνουμε και πάμε στον παράδεισο, σύμφωνα με τις διδασκαλίες τού Μωάμεθ, να φιλονικούμε μεταξύ μας για τα πρωτεία. Κι εκείνος, που δεν θα δέχεται να παραχωρήσει σε μένα τον θρόνο, θα πει οπωσδήποτε τα εξής:8

«Κουτσέ, πιο κακέ από όλους τους ανθρώπους, πώς άραγε είναι δίκαιο, όταν εγώ είμαι παρών, να μιλάς εσύ για προβάδισμα; Είμαι ο ευγενέστερος από τούς βασιλείς και παρέλαβα την εξουσία των Περσών σύμφωνα με τούς νόμους, όπως είναι δίκαιο τα παιδιά να παραλαμβάνουν από τούς πατέρες τις κληρονομιές. Και κανένας Πέρσης δεν τόλμησε να ξεσηκωθεί εναντίον μου, ούτε, για να το πω πιο ανεκτά, να ισχυριστεί ότι δεν κυβερνιόταν από καλύτερον. Αλλά εγώ επόπτευα τις υποθέσεις, όπως έπρεπε, και όλοι σε μένα την υποταγή με ευγνωμοσύνη αναγνώριζαν, ενώ άκουγα και από όλους τα ίδια, άρα είμαι πολύ πιο ισχυρός από τους υποτελείς, υπερέχοντας μάλιστα και σε τίτλους ευγενείας και στον ζήλο για τα άλλα. Εσύ όμως ταλαίπωρε, όντας απλός πολίτης όλα τα προηγούμενα χρόνια και μάλιστα από τούς πιο τιποτένιους και άσημους, και επίσης κερδίζοντας τα προς το ζην από ληστρική συμπεριφορά —τής οποίας το τέλος θα ήταν ο θάνατος, αν συνέβαινε να συλληφθείς— πώς έφτασες σε τόση παραφροσύνη, ώστε να συναγωνίζεσαι εμένα περί ισότητας, και μάλιστα στον παράδεισο, όταν έχω πολύ πιο πολλά και θα έπρεπε να με αγαπάς πολύ;»9

Αυτά θα έλεγε εκείνος. Κι εγώ θα απαντούσα:10

«Αλλοίθωρε, γι’ αυτό ακριβώς απαιτώ να με τιμούν περισσότερο από σένα. Γιατί απέκτησα τη βασιλεία των Περσών ακριβώς από ταπεινή θέση και ιδιαίτερα ασήμαντη. Γιατί εσύ, έχοντας βρει έτοιμα μπροστά σου τα αγαθά και χωρίς να έχεις καθόλου κοπιάσει γι’ αυτά, αλλά διαδεχόμενος απλώς τον πατέρα σου στη βασιλεία, ζούσες μέσα στην ασωτία με τούς κόπους άλλων, σπαταλώντας την εξουσία στην πολυτέλεια και απολαμβάνοντας τις ηδονές όσο ήταν δυνατό, χωρίς να λυπάσαι τα πράγματα, αφού δεν είχε μοχθήσει, αλλά ούτε να υποπτεύεσαι την εκθρόνιση από όλους στους οποίους είχε δοθεί η εξουσία να δρουν με τον ίδιο τρόπο. Εγώ όμως, όπως λες και ο ίδιος, όντας αρχικά λωποδύτης και ζώντας από ληστείες, όπως δείχνει καθαρά και η κατάσταση τού μηρού μου, στον οποίο έριξε βέλος ένας γελαδάρης και με έκανε κουτσό πιάνοντάς με επ' αυτοφώρω, μπόρεσα όμως, ξεκινώντας από τόσα και τέτοια ελαττώματα, με ανδρεία και σωφροσύνη να παραλάβω τη βασιλεία, βάζοντας το σώμα μου σε κινδύνους όχι απλούς αλλά αγωνιζόμενος και στις σκέψεις, πράγμα που είναι πολύ συνηθισμένο στην ανθρώπινη φύση, πώς θα μπορέσω να επικρατήσω επί των αντιτιθεμένων και να ανέβω στη βασιλεία. Κι εκείνο που πολλοί από τους ανθρώπους που ύστερα δοξάστηκαν και μάλιστα ξεκινώντας πολλές φορές με μεγάλους πόρους και παρόλο που μόχθησαν πολύ δεν κατόρθωσαν να το πραγματοποιήσουν, αυτό μόνο εγώ ο ίδιος χωρίς κανένα πόρο κέρδισα για τον εαυτό μου στον μικρότερο χρόνο. Κι αυτό είναι πολύ πιο θαυμαστό από το να μην είναι κάποιος παρών ο ίδιος όταν αποκτώνται τα αγαθά, αλλά να τα κληρονομεί από άλλον. Το ένα λοιπόν είναι έργο τύχης, την οποία αν απέδιδε κανείς σε ανήθικο αγωνοθέτη, δεν θα έκανε λάθος, αφού περισσότερο στεφανώνει εκείνους που δεν νίκησαν, ενώ το άλλο είναι έργο ανδρείας και σύνεσης. Όσο λοιπόν είναι πιο πολύτιμη η ανδρεία από την τύχη και η φυσική ομορφιά από την επίπλαστη, τόσο εγώ καλύτερος και υψηλότερος είμαι από σένα».11

Όμως ο αλλοίθωρος ούτε με αυτά τα λόγια δεν θα βρεθεί σε αμηχανία, αλλά απαντώντας θα πει:12

«Κουτσέ, πιο κακέ από όλους τους ανθρώπους, όταν ήμουν εγώ βασιλιάς των Περσών, όλη η γη απολάμβανε πολλή ειρήνη, ιδιαίτερα η χώρα των Περσών, και ούτε πόλεμος ξεκίνησε από εμάς προς τούς γειτονικούς λαούς, από τον οποίο μάλιστα θα μπορούσε να συμβεί να καταστραφεί η χώρα των Περσών, αλλά ούτε και από τούς άλλους μάς συνάντησε κάτι ενοχλητικό, ενώ τελειώνοντας να πω, ότι ούτε συνωμότησα ποτέ εναντίον τής εξουσίας λόγω κάποιας ζήλιας, ούτε εναντίον μου συνωμότησαν άλλοι. Γιατί κανένας δεν αδικείται, αν προηγουμένως δεν έχει θελήσει να αδικήσει. Συνέβαινε τότε οι υπήκοοι να απολαμβάνουν κάθε είδους αγαθά, τόσο εκείνα που παράγει η γη όσο και όλα εκείνα που διατίθενται ελεύθερα στη χώρα λόγω τής ειρήνης. Επομένως μεγάλη ευθυμία ήταν παρούσα στις ανθρώπινες ψυχές, ενώ η λύπη απουσίαζε και οι άνθρωποι τύχαινε να έχουν το μυαλό τους στις ευχαριστήσεις και τα πανηγύρια, απολαμβάνοντας ξεκούραστα τα αγαθά τής ειρήνης και περνώντας ευτυχισμένα τη ζωή, τής οποίας η ουσία είναι ότι η ευχαρίστηση πρέπει να υπάρχει χωριστά από τη λύπη, όπως είναι δυνατό, που κατασπαταλά μάλιστα την ψυχή, όπως η σκουριά το σίδερο.13 Σε αυτό, κατά τη διάρκεια τής δικής σου βασιλείας, φαίνεται ότι έχει γίνει ακριβώς το αντίθετο. Γιατί γέμισες όλη τη γη με πολέμους και δεν άφησες κανένα έθνος χωρίς να δοκιμαστεί από τη δική σου πλεονεξία, εκστρατεύοντας τότε εναντίον αυτών και τώρα εναντίον εκείνων, ενώ όλους διαδοχικά σχεδίαζες να βλάψεις, ανεξάρτητα αν αδικούσαν ή όχι. Από αυτά συνέβαινε πάντοτε οι μεν Πέρσες να καταστρέφονται από τον πόλεμο, εξαγοράζοντας τη δική σου ευχαρίστηση με δικούς τους κινδύνους και να υφίστανται στα σώματά τους τον κόπο, ελάχιστα συμμετέχοντας στο όφελος. Όμως, για να μη διοικείς άδικα περισσότερες χώρες και πόλεις, όταν αυτοί πέθαιναν, μιλώντας συνολικά, δεν υπάρχει τίποτε που να μην ξεσηκώθηκε και μετατοπίστηκε επί τής δικής σου βασιλείας, σαν να ήσουν κάποιος κακός και ζηλιάρης δαίμονας που επιτίθεται στις πόλεις, αλλά όχι βασιλικός άνδρας όπως εγώ, που υπήρξα μάλιστα πιο ειρηνικός από όλους τούς ανθρώπους και πού γέμισα όλη τη γη με χιλιάδες αγαθά».14

Κι αν έπρεπε να απαντήσω σε αυτό, εγώ θα τού έλεγα:15

«Αλλοίθωρε, καθόλου δεν κρίνομαι εγώ κοντά σε σένα. Σκέψου όχι μόνο τον πόλεμο, αλλὰ και τα καλά που θα προκύψουν για τούς Πέρσες από αυτόν. Κι αν τα βρεις πολύ περισσότερα από εκείνα τής ειρήνης, να σταματήσεις να με χλευάζεις. Εγώ λοιπόν υπέταξα με πόλεμο πολλά δυσκολοκατάβλητα έθνη και τα πρόσθεσα στην αυτοκρατορία των Περσών, ενώ με τούς πολλούς φόρους που στέλνονται από εκεί καθημερινά, γέμισα τα θησαυροφυλάκια των Περσών. Στις κοινές υποθέσεις τού έθνους υπήρξε λοιπόν μεγάλη συνεισφορά, όχι όμως μόνο, αλλά και στις ιδιωτικές. Γιατί ειλικρινά, δεν υπάρχει κανένας από εκείνους που εκστράτευσαν μαζί μου, που να μην έγινε κύριος πολλών αιχμαλώτων και χρημάτων, ενώ την προηγούμενη φτώχια που υπήρχε στο έθνος για τη διατήρηση τής ειρήνης τη μετέτρεψα σε άφθονο πλούτο και έγινα ο υπεύθυνος γι’ αυτό για όλους γενικά. Τώρα υπάρχουν εξαιτίας μου σωροί αργύρου και χρυσού και πολύτιμων λίθων στην Περσίδα και καθένας μπορεί αυτά να τα παρέχει άφθονα στους έξω. Κι αυτό που είναι μεγαλύτερο μιλώντας για αρετή, είναι ότι υποδούλωσα όχι μόνο τα σώματα αλλά και τα φρονήματα των εχθρών και έκανα να βλέπουν στο μέλλον με φόβο τούς Πέρσες. Γιατί ποιος άραγε που ακούει το μεγάλο όνομα τού Τιμούρ δεν δειλιάζει και συστέλλεται από φόβο και δεν συμφωνεί ότι είναι αφέντης δικός του και όλων των ανθρώπων; Κι αν η ειρήνη είναι πιο ευλογημένη από τον πόλεμο, όπως λοιπόν θα έλεγα κι εγώ, εγώ είμαι ο απολύτως υπεύθυνος που οι Πέρσες περνούν βαθιά ειρήνη με όλα τα έθνη. Γιατί πολέμησα, για να επιβάλω ειρήνη ξεκάθαρα, και μαθαίνοντας να μην αδικώ στη συνέχεια, απέκτησα τη δύναμη να μην αδικούμαι πολύ πιο πριν και έγινα απόλυτος κύριος δύο πολύ μεγάλων πραγμάτων, στα οποία χωρίζεται όλη η ζωή των ανθρώπων, ώστε ευλόγως και για αυτό απαιτώ να έχω περισσότερα από σένα, που ούτε για την ίδια την ειρήνη δεν υπήρξες χρήσιμος. Γιατί οι γείτονες δεν πολεμούσαν επειδή περιφρονούσαν και πάντως όχι επειδή φοβούνταν. Το να είναι δυνατό αυτοί να κακοποιούν, όταν επιθυμούσαν, τα δικά σου, έκανε κάθε στιγμή να φαίνεται κατάλληλη για να υποστεί τα πιο φρικτά ο βασιλέας των Περσών. Έτσι ώστε, αν πει κανείς ότι από οίκτο δεν σε πολέμησαν αυτοί όλα τα προηγούμενα χρόνια, δεν θα κάνει λάθος, ενώ από σένα, πιο χυδαίε απ’ όλους, αν σού στερούσαν με ανδρεία τα αντίστοιχα έσοδα, ευλόγως θα στερούσαν επίσης καὶ κάθε τιμή».16

Πιστεύω λοιπόν ότι και τώρα εκείνος δεν θα ξεμείνει από απαντητικά λόγια προς εμένα, αλλά ότι θα προσθέσει κι εκείνο στα ειπωμένα. Γιατί θα πει:17

«Έτυχε πάντως κουτσέ, πιο κακέ από όλους τους ανθρώπους, να πεις εσύ ότι δεν υπάρχει κανένα έθνος από εκείνα που κατοικούν κάτω από τον ουρανό, που δεν ακούει με έκπληξη τη δική σου επωνυμία, όντας υποδουλωμένο όχι μόνο στο σώμα αλλά και στο φρόνημα. Και ότι όλους ξεκάθαρα υποχείρια τούς έκανες στη δική σου βασιλεία, πείθοντας να ονομάζουν μόνον εσένα μέγιστο βασιλέα όλων των άλλων, ενώ εγώ γνωρίζω ότι έχει γίνει ακριβώς το αντίθετο επί της δικής σου βασιλείας. Γιατί αν είναι αλήθεια ότι κρέμασες τον δικό σου φόβο πάνω από όλους τούς ανθρώπους, πώς άραγε τον βασιλέα των Σκυθών Τόκταμις, άνδρα που έγινε δικό σου υποχείριο και από σένα πήρε πάλι το βασίλειο και υποσχόταν συνέχεια ότι δεν θα απομακρυνθεί ποτέ από τη νομιμοφροσύνη προς εσένα, αλλά ότι θα θυμάται πάντοτε τα καλά τα οποία έδειξες προς αυτόν ελεώντας τον φιλάνθρωπα όταν περιπλανιόταν, βοηθώντας τον όταν κινδύνευε, χαρίζοντάς του τη ζωή την οποία μπορούσες να αφαιρέσεις, επιστρέφοντάς του το προηγούμενο βασίλειό του, έχοντας γίνει γι’ αυτόν η κύρια αιτία τής μετέπειτα ευημερίας του, τότε πώς αυτόν που σε έβριζε έτσι τον παράβλεψες, ώστε και λωποδύτη να σε αποκαλεί στα γράμματα και κουτσό και άλλα πολλά, τα οποία θα ήταν ντροπιαστικό να τα πω;»18

Προς τον οποίο εγώ θα έλεγα απαντώντας:19

«Και ποιος από τούς ανθρώπους, δεν λέω μόνο από τούς τωρινούς, αλλὰ και από εκείνους που θα υπάρξουν αργότερα, θα μπορέσει να οδηγήσει στρατό εναντίον των Σκυθών και να επικρατήσει, απέναντι σε εκείνους που ζουν νομαδική και άγρια ζωή και ούτε σε πόλεις κατοικούν, για τις οποίες να χρειάζεται να πολεμούν τούς εχθρούς, ούτε έχοντας διαλέξει ένα οποιοδήποτε μέρος τής γης παραμένουν σε αυτήν, σπέρνοντας τη χώρα και φροντίζοντάς την και με άλλον τρόπο. Αλλά ούτε με την καλοπέραση ασχολούνται και τις απολαύσεις, ώστε για αυτές να θέλουν να μένουν κοντά στην ευημερία τού τόπου, παραβλέποντας εκείνα για τα οποία είναι πολλές φορές ανάγκη να υποφέρουν από τούς εχθρούς. Αλλά όλη η γη σε αυτούς αφήνεται να την εξουσιάζουν, πηγαίνοντας όπου θέλουν μαζί με όλη την οικογένεια. Και δεν τούς εμποδίζει τίποτε, ούτε το κρύο τού χειμώνα, ούτε ο καύσωνας τού καλοκαιριού, ούτε κατί άλλο αντίστοιχο, από το να φτάσουν σε όλη τη γη. Γιατί καθώς από την αρχή δεν συνήθιζαν να χτίζουν πόλεις, δεν ανέχονται να ζουν στον ίδιο τόπο για πολύ καιρό, αλλά όπως τα θηρία που αγαπούν τον κατάλληλο κάθε φορά για βοσκή χώρο, έτσι και στους Σκύθες αγαπητός είναι ο χώρος που μπορεί να παρέχει χορτάρι στα ζώα και αφθονία κρεάτων και νερών, αφενός για κάθε ευχαρίστηση αλλά ομοίως χωρίς εξάρτηση και υποταγή, πράγμα που κινδυνεύει να φαίνεται δικό τους χαρακτηριστικό. Η μοναδική ιδιοκτησία τους είναι ως επί το πλείστον υποζύγια και πλήθος τετραπόδων, που τούς ακολουθούν παντού. Κι αν έχουν μαζί τους και κάτι πολυτιμότερο γι’ αυτούς, και τούτο πάνω στα κάρρα το περιφέρουν, πάνω στα οποία πηδούν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Και πραγματικά η περιοχή ανάμεσα στη δική μας χώρα και εκείνη των Σκυθών είναι βουνά δύσβατα και πετρώδη, πεδιάδες χωρίς νερό, που δεν προσφέρουν καμιά παρηγοριά στο στρατόπεδο. Το κλίμα τού τόπου είναι δριμύ τον χειμώνα, ενώ ταυτόχρονα οι Σκύθες υποχωρούν συνεχώς πιο περα στη χώρα, αν τους ακολουθεί κάποιος, και με αυτό το τέχνασμα επικρατούν των εχθρών. Έπειτα, επιτιθέμενοι ξαφνικά στους αντιπάλους με βάση κάποιο σχέδιο, φαίνονται σε όλους τούς ανθρώπους ότι είναι ανίκητοι. Αφού λοιπόν έχουν θαυμαστή φήμη γι’ αυτά και είναι καλά εκπαιδευμένοι στα ζητήματα τού πολέμου, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν τόσα εμπόδια, το να θέλει κάποιος να ξεπεράσει αγωνιζόμενος τούς εχθρούς θα ήταν στρατηγική την οποία δεν έπρεπε να ακολουθήσει ένας άνδρας μυαλωμένος και πλούσιος σε εμπειρία, γιατί ο ίδιος θα υπέφερε πολύ, χωρίς να προκαλέσει καμία ζημιά στους εχθρούς».20

«Ανοησίες είναι όλα αυτά προφανείς»,21

θα πει ίσως σε εμάς ο αλλοίθωρος.22

«Τα λόγια αυτά είναι προκαλύμματα δειλίας. Γιατί θα έπρεπε, κουτσέ, αν ήσουν γενναίος και στρατηγικός, να πιέσεις την εναντίον των εχθρών πορεία όσο ήταν δυνατό, χωρίς να λογαριάσεις κανένα εμπόδιο. Και όταν σού διαφωνούσαν τα υποζύγια ή τελείωνε η τροφή και ήταν αδύνατο από τις παρούσες συνθήκες να κατευνάσεις την ανάγκη, τότε να επιστρέψεις. Γιατί έτσι θα είχες ευπρεπή δικαιολογία για την επιστροφή. Κι αφού χωρίς να συμβεί τίποτε από τα παραπάνω, εκστράτευσες για λίγο και έπειτα σκέφτηκες να επιστρέψεις, πώς άραγε δεν είναι φανερό, ότι το έκανες αυτό επειδή φοβήθηκες τον εχθρό; Και πώς θα συνέχιζες να είσαι δίκαιος κομπάζοντας για τέτοια και αμφισβητώντας τα δικά μου πρωτεία;»23

Άνδρες Πέρσες, αν ο αλλοίθωρος αποφασίσει να πει εναντίον μου τέτοια πράγματα, δεν ξέρω, μα τον προφήτη μας, τι να απαντήσω. Νομίζω ότι έτσι βρίσκομαι σε εντελώς αδιέξοδο απάντησης και μετανιώνω και για εκείνα που είπα προηγουμένως, καθώς κι εκείνα με το τωρινό αδιέξοδο καθίστανται απροβλέπτως προσβεβλημένα. Γιατί αυτά μού φράζουν το στόμα, μού αφαιρούν τη γλώσσα, με πνίγουν, με κάνουν να σιωπώ. Δεν απομένει λοιπόν, παρά να με διώξουν από τον παράδεισο πολύ ντροπιασμένο, έχοντας έτσι σθεναρά ηττηθεί στις αιτιολογήσεις. Πράγμα που δεν θα ανεχόμουν να πάθω, όντας ο Τιμούρ.24

Να ξέρετε λοιπόν όλοι, ταξίαρχοι και στρατιώτες, με λίγα λόγια κάθε γένος και κάθε ηλικία εκείνων που εκστρατεύουν μαζί μου, ότι πρώτα θα σάς λείψει η τροφή και θα διαφωνήσουν τα υποζύγια και θα χαθεί το μεγαλύτερο μέρος τού στρατεύματος έχοντας καταστραφεί από την πείνα και τον μόχθο κι ύστερα εγώ θα επιστρέψω εδώ και θα επιτρέψω στον Τόκταμις και τούς Σκύθες να καυχηθούν εναντίον μου.25

Αφού λοιπόν ακούσατε τη δική μου αμετάβλητη επιθυμία, όσο ακόμη είναι όλα καλά για εμάς, να περιφρονήσετε τις παρούσες δυσκολίες και να ακολουθήσετε με μεγάλη προθυμία.26

 

<-Παράρτημα: Μανουήλ Β' Παράρτημα: Δούκας->
error: Content is protected !!
Scroll to Top